RSS

Tag Archives: protagon

Σαδισμός: η παρεξηγημένη ηδονή

protagon.gr | του Αύγουστου Κορτώ

Κωλοσφιγμένο λέμε τον άνθρωπο που οι εμμονές του δεν τον αφήνουν να χαλαρώσει, αυτόν που κάποια αθέατη εσωτερική φλόγα τον καθιστά παραδόξως παγερό. Υπό αυτόν τον ορισμό, λοιπόν – που σε πολλά σημεία με χαρακτηρίζει – ας ξεδιαλύνουμε μια πρώτη πλάνη: ο Donatien Alphonse François Comte de Sade δεν ήταν ο πατέρας της βινύλ βίτσας με την οποία ροδίζετε το κωλαράκι του αμόρε σας, αλλά φιλόσοφος και λογοτέχνης μέγιστος, το λαμπερότερο ίσως πνεύμα του Διαφωτισμού, κρίνοντας απ’ το πόσο εύστοχα προέβλεψε τη νεκρανάσταση της βδελυρής Αυτοκρατορίας.

Ωστόσο υπάρχει και το κωλοσφίξιμο το κυριολεκτικό – και προτού το αναλύσουμε, ας παραθέσουμε εν τάχει τον ορισμό του σαδισμού, όπως απαντάται σε τόμους ψυχιατρικής και ιατροδικαστικής (ιδίως γαλλικούς). Σαδισμός λοιπόν, είναι η άντληση ηδονής, σεξουαλικής ή μη, από την πρόκληση πόνου στο ερωτικό αντικείμενο, που μπορεί να είναι ένας διακριτός ερωτικός σύντροφος, ή ακόμα και ο ίδιος ο εαυτός. Ο σαδισμός τώρα χωρίζεται σε δύο κατηγορίες: τον μεγάλο και τον μικρό. Στο μεγάλο σαδισμό μπορούμε να έχουμε παιδάκια που τυραννούν άλλα παιδάκια, πλακώνοντάς τα στο ξύλο και κατουρώντας τα (καψόνια στη διάρκεια των οποίων είναι καυλωμένα), άνδρες που βιάζουν κατ’ εξακολούθηση τις συζύγους τους, ή – λατρεμένη περίπτωση – το φαινόμενο ενός Γάλλου κρεοπώλη των αρχών του 20ου αιώνα, ο οποίος, αφού πειραματίστηκε αυνανιζόμενος με ό,τι γάντζο βοδιού και μπαλτά είχε πρόχειρο, έδωσε τέλος στη ζωή του με μία τεράστια μαλακία (κυριολεκτικά και μεταφορικά), στο αποκορύφωμα της οποίας κάρφωσε μια πρόκα να με το συμπάθιο στην κεφάλα του.

Κι ο μικρός σαδισμός; Αυτός υπάρχει στη ζωή μας σε τέτοια συχνότητα, που θα μπορούσε κανείς να πει πως είμαστε όλοι μα όλοι διεστραμμένοι.

Κι επιστρέφουμε στο κωλοσφίξιμο. Ασφαλώς θα σας έχει τύχει, ή μάλλον θα έχετε οι ίδιοι επιδιώξετε αυτή την ηδονή, έστω κι αν δεν είναι απ’ τα πράγματα που συζητιούνται over drinks: το πρωινό αυτό αίσθημα, μετά τον πρώτο καφέ και τα δυο-τρία τσιγάρα, όπου νιώθεις την κουράδα έτοιμη να ξεπροβάλλει και να σου πει καλημέρα, αλλά εσύ πας και βάζεις δεύτερο καφέ κι ανάβεις κι άλλο τσιγάρο, διότι το αίσθημα αυτό της πίεσης, της σαρκικής απόγνωσης του απευθυσμένου που εκλιπαρεί να αδειάσει, σε φτιάχνει απερίγραπτα. Το ίδιο μπορεί να συμβεί με το κατούρημα ή την πείνα, τη νύστα, και, βεβαίως, τον οργασμό, με την απάνθρωπη πολλές φορές παράτασή του, όχι μόνο για να γίνει πιο εκρηκτικός – πολλές φορές μάλιστα οι απανωτές αναβολές στο τέλος τον καθιστούν χλιαρό και κουρασμένο – αλλά γιατί μας αρέσει, πάνω στο ζενίθ της μαλακίας ή του πηδήματος, στο αμήν, όταν πια το έρμο το κορμί ικετεύει Άσε με να χύσω! εμείς να του λέμε Βούλωσ’το! διότι η επώδυνη ηδονή της χρονοτριβής – με τον πούτσο σχεδόν γδαρμένο απ’ το πάνω-κάτω μέσα-όξω και τα μουνόχειλα να βαράνε καστανιέτες – είναι ακαταμάχητη.

Οπότε, κάθε φορά που σας λένε για σαδισμό, να θυμάστε, μεταξύ άλλων, το δόντι εκείνο με το παλιό σφράγισμα, που ήθελε επειγόντως απονεύρωση, που δεν το’ πιαναν πλέον τα αναλγητικά και τα αντιφλεγμονώδη, κι ωστόσο δε λέγατε να κλείσετε ραντεβού με τον οδοντίατρο, όχι γιατί φοβάστε τον τροχό, αλλά για να μη χάσετε την οδυνηρή καύλα του να πιέζεις με τη γλώσσα το σάπιο δόντι και το πρησμένο ούλο, δέκα, είκοσι, εκατό φορές τη μέρα…

…more

 

Tags: , , , , ,

Ο e-λίθιος

protagon.gr | του Αύγουστου Κορτώ

Η φύση αγαπά την ισορροπία. Όταν χαρίζει σ’ ένα πλάσμα πλουσιοπάροχα τα ελέη της, φροντίζει ν’ αντισταθμίζει τα ταλέντα του με αντίστοιχου μεγέθους αδυναμίες. Έτσι κι εγώ – μπορεί ως παιδάκι να τα ‘παιρνα τα γράμματα (μεγαλώνοντας θα τα πήγαινα κιόλας, μα τότε ακόμη ήμουν αθώος), να ‘χα μουσικό αυτί και ευχέρεια στις ξένες γλώσσες, αλλά οτιδήποτε άπτεται της τεχνολογίας μου φαινόταν πέρα για πέρα ακατανόητο.

Λόγου χάρη, το αεροπλάνο. Διότι ο μπαμπάκας μου, εκτός από οδοντίατρος, ήταν και πιλότος ελαφρών αεροσκαφών, και με τα Cessna της Αερολέσχης Θεσσαλονίκης είχαμε αλωνίσει Ελλάδα και Ευρώπη. Κι όπως ήταν φυσικό, ο δόλιος πατέρας προσπαθούσε, κάθε φορά, να εξηγήσει στο βλαστάρι του το φαινόμενο της πτήσης με απλά λογάκια, βασισμένα στους θεμελιώδεις νόμους της φυσικής. Οπότε κι εγώ γούρλωνα τα μάτια, παριστάνοντας ότι πιάνω πουλιά στον αέρα (άντε πάλι ο υφέρπων ερωτικός προσανατολισμός), ενώ στην πραγματικότητα ένα άκουγα και δέκα δεν καταλάβαινα. «Απλό δεν είναι;» ρωτούσε στο τέλος της νιοστής εξήγησης ο père Κορτώ, κι εγώ χαμογελούσα πλατιά, αν και μέσα μου πίστευα ακράδαντα ότι για να βρίσκεται κοτζάμου θεριό στον αέρα και να μην γκρεμοτσακίζεται σαν τη Σουλιώτισσα, προφανώς συντρέχει κάτι τις το υπερφυσικό – Θεία Πρόνοια; Ανωτάτη φακιρική; Οι πορδές του Νεφεληγερέτη; Πάντως αυτό το πράμα από μόνο του δεν πέταγε, δεν πα’ να’ λεγε ο Νεύτων κι ο κάθε κερατάς.

Κι έπειτα ήρθε το βίντεο, και η χρυσή εποχή της βιντεοκασέτας. Όπου, μέχρι να μάθω ότι για να παίξει η κασέτα και να δω τον Τζέιμς Μποντ αντί για το ταψί-ουράνιο τόξο της ΕΡΤ έπρεπε να αλλάξω κανάλι και να πατήσω το play κι όχι όλα τα κουμπιά μαζί από πρεμούρα, αδαημοσύνη, απελπισία, κι εκνευρισμό, κατέστρεψα κάμποσες βιντεοκασέτες, που μασήθηκαν, γράφτηκαν από πάνω και κακοποιήθηκαν ποικιλοτρόπως, καθώς, όταν η κασέτα παραήταν τζαναμπέτικη και δεν έπαιζε με τίποτα, την έβγαζα και την ποδοπατούσα για να μάθει η καριόλα. Όσο δε για το να γράφω εκπομπές, ταινίες και τα ρέστα, ο ακούραστος πατέρας περνούσε ώρες γονατιστός μπροστά στο βίντεο (πάνω στο οποίο κοιμόταν και η σιαμέζα γάτα μας η Κακάμπα), πασχίζοντας να μου εξηγήσει ότι πρέπει να πατήσουμε δύο κουμπιά συγχρόνως, έτσι Πετράκη; αλλά η κασέτα πρέπει να’ χει την πλαστική την παρθενιά την τετράγωνη άθικτη ειδάλλως δε γράφεται τίποτις. Ε λοιπόν, ό,τι καταλάβαινε η Κακάμπα καταλάβαινα κι εγώ – και αν πεις ιδίως να προγραμματίσω κάτι να γραφτεί με βάση το ρολόι του βίντεο, χέσε ψηλά κι αγνάνετευε. Διότι, ανάμεσα στις πολλές αντισταθμιστικές αναπηρίες μου, μέχρι το γυμνάσιο σχεδόν είχα τεράστιο πρόβλημα με την ώρα, ιδίως όταν το γαμοβίντεο έγραφε 21:00 κι εγώ έπρεπε να κάτσω να μετρήσω τι στο διάολο σημαίνει αυτό το εικοσιένα εκτός απ’ την πίεση του παππού και το blackjack που χαρτοπαίζαν την Πρωτοχρονιά οι κουμαρτζήδες οι γονείς μου.

Και φτάνουμε στο σωτήριον έτος 1990, όταν εισήχθην στο Κολλέγιο, και βρέθηκα για πρώτη φορά περιτριγυρισμένος από την σπορά της Σαλονικιώτικης πλουτοκρατίας (ο Θεός να σε φυλάει) και τα φανταχτερά τους τζίτζιλα-μίτζιλα. Μέσα σ’ αυτά, καθώς το λεωφορείο μας ανέβαζε στο ειδυλλιακό, κατάφυτο σχολειό μας, ήταν και τα πρώτα CD που ‘χα αντικρύσει στη ζωή μου. Βέβαια, επειδή με το πέρασμα των χρόνων είχα αντιληφθεί ότι εγώ και η τεχνολογία ήμασταν πιο ασύμβατοι κι απ’ ό,τι ο Πρίγκηπας Κάρολος με το σεξ απίλ, αποφάσισα να μη ρωτήσω ευθέως και καρφωθώ, αλλά να παρατηρώ τάχαμου αδιάφορα, μέχρι να καταλάβω τι σκατά ήταν αυτά τα σι-ντι. Το ότι είχαν σχέση με μουσική το ’χα ψυχανεμιστεί, καθ’ όσον είχαν εξώφυλλα από μπάντες και soundtracks, αλλά όσο και να τα μπάνιζα αδυνατούσα να φανταστώ πού το χώνεις αυτό το γυαλιστερό δισκάκι (που’ ταν ταμάμ για σουβέρ – αν ζούσε η μακαρίτισσα η γιαγιά μου η Ελένη θα τα αγόραζε με το καφάσι, γυαλισμένα με Silvo και με ασορτί σεμεδάκι με ασημιά μπορντούρα) για να παίξει μουσική. Κασέτα δεν ήταν σίγουρα, κι ούτε δίσκος πρέπει να’ τανε, γιατί παραήταν μικρό. Και τότε ξαφνικά μου έρχεται η επιφοίτηση! Γιατί ανάμεσα στα βινύλια της μαμάς, είχαμε και κάτι παλιά σαρανταπεντάρια του μπαμπά, τα οποία είχαν πάνω-κάτω το ίδιο μέγεθος. Ηλίου φαινότερο! Δισκάκια ήταν! Οπότε μαζεύω χαρτζιλίκι δυο βδομάδων, πηγαίνω σ’ ένα δισκάδικο στην Πρίγκηπος Νικολάου, κι αγοράζω το πρώτο μου CD – τις Τέσσερις Εποχές του Βιβάλντι – και γυρνάω σφαίρα στο σπίτι για να απολαύσω αυτό το νέο θαύμα της σύγχρονης τεχνολογίας. Ανάβω που λέτε το πικ-απ και τον ενισχυτή, βάζω το σιντί στο κέντρο, κατεβάζω και τη βελόνα – και ακούγονται όχι οι Τέσσερις Εποχές αλλά το Μια εποχή στην Κόλαση, που ’ρθε τρέχοντας η μάνα απ’ την κουζίνα όπου καθάριζε μύδια γιατί νόμισε ότι είχε μπουκάρει στο σπίτι μπαμπουΐνος σκαστός απ’ το τσίρκο Medrano και της κατασπάραζε το μοναχογιό. Πέρασε ένας χρόνος μέχρι να αποκτήσω CD Player, κι άλλος ένας μέχρι να μάθω ότι άμα το σιντάκι κολλήσει ή δεν παίζει, ανοίγουμε το πορτάκι (με το ειδικό κουμπί, κι όχι τραβώντας το με τα δάχτυλα όπως το σουρτάρι της μπιζουτιέρας) – και πάνω απ’ όλα δεν κοπανάμε το Kenwood σαν απείθαρχο μουλάρι γιατί ο μπαμπάκας θα μας αφαλοκόψει.

…more

 

Tags: , , ,

 
%d bloggers like this: