RSS

Tag Archives: protagon.gr

Το πρόβλημα της κυρίας Σούλας

protagon.gr | του Αύγουστου Κορτώ

Στην Ειρήνη Αποστολάκη…

«Είμαι πολύ προβληματισμένη…»
«Πάντως δεν μας παίρνει ν’ανακατευτούμε.»
«Ε, πώς, για… ξένες είμαστε; Γειτόνισσες είμαστε. Τα παιδιά μας μαζί μεγαλώσανε.»
«Εκτός απ’του Θανάση.»
«Άσε, μη μου το θυμίζεις αυτό… το κακόμοιρο…»
«Βρέ Πόπη;»
«Τι;»
«Μήπως παίρνουμε αμαρτία; Στο κάτω – κάτω, κοτζάμ αστυνομία δεν μπόρεσε να το βρεί. Μήπως τα παραλέμε κι εμείς;»
«Τι να σου πώ Μαίρη μου, εγώ γιατρός δεν είμαι, αλλά να, κι ο γιατρός, είδες τι είπε.»
«Ναι, αλλά άμα ήταν, δε θα της έκανε μήνυση ο Θανάσης;»
«Σάματι μπορούσε; Χωρίς ίχνη τι μήνυση να κάνει; Τίποτα δε βρήκανε αφού.»
«Εγώ τον καημένο τον Προκόπη σκέφτομαι… δεν του φτάνουν οι σκοτούρες του με την κόρη στην Αγγλία και το γιό – »
«Μη μου πείς; Είναι κι ο γιός;;»
«Όχι καημένη, προς Θεού, μάνα του είναι! Άλλο νταλγκά τραβάνε με δαύτονε… είναι από εκείνους!»
«Πουλάκι μου κι αυτό, έλα μωρέ, μη λές, ποιος ξέρει τι βάσανα πέρασε κι αυτό το δόλιο για να γίνει έτσι…»
«Θαρρείς και τους καταράστηκαν τους ανθρώπους… η κόρη στην ξενητειά, ο γιός… κόρη, κι η μάνα…»
«Την καψερή τη Σούλα… κι είναι καλός άνθρωπος.»
«Μάλαμα.»
«Και νοικοκυρά, και μετρημένη…»
«Μα να τη βρεί τέτοιο κακό στα καλά καθούμενα;»
«Ο γιατρός πάντως ήταν της γνώμης ότι το έπαθε στο Περτούλι.»
«Που είχανε πάει για Πάσχα;»
«Ναι, πέρσι. Είχε βγεί, λέει, να μαζέψει ρίγανη, και τη βρήκε η νύχτα.»
«Καλά, φυτρώνει ρίγανη στο Περτούλι;»
«Ξέρω κι εγώ; Εγώ έτοιμη την παίρνω, πού καιρός για τέτοια… δε με κρατάνε και τα πόδια μου, όλο πρησμένη είμαι.»
«Μήπως φταίνε τα χάπια της πιέσεως;»
«Όχι, αυτά είναι για να ξεπρήζομαι. Από τότε που μου κόπηκαν τα έμμηνα το παθαίνω. Ένα πράμα, μια κόρωση… φουντώνω και πρήζομαι.»
«Μωρέ αυτά δεν είναι τίποτα. Κι εγώ με τη χολή μου χρόνια ταλαιπωρούμαι, ένα βράδυ να ξεχαστώ και να φάω, με σταυρώνει…»
«Άλλα είναι τα δύσκολα.»
«Άτιμη αρρώστια… ο καημένος ο Προκόπης θ’αγιάσει εκεί μέσα.»
«Και την κλειδώνει σου είπε;»
«Τι να κάνει ο άνθρωπος; Το θέλει; Καίγεται η καρδιά του να την ακούει, αλλά μήπως μπορεί και να την αφήσει λεύτερη; Αφού γίνεται θηρίο ανήμερο, δεν τη χωράει ο τόπος. Τον περασμένο μήνα τά’σπασε όλα, γής μαδιάμ τη βρήκε την κρεβατοκάμαρα το πρωΐ. Μέχρι το κρεβάτι ξέχωσε, έσκισε το στρώμα και χύθηκαν τ’αφρολέξ και οι σομιέδες.»
«Τι λές βρε παιδάκι μου; Τέτοια λύσσα… Κοίτα να δείς… Κι άμα δεν το ξέρεις, δεν τη λές άρρωστη τη γυναίκα.»
«Είναι τα χάπια. Άμα δεν τα πάρει, αλλοίμονό μας. Προχθές που είχε κλείσει το φαρμακείο, της Παναγίας – βοήθειά μας – κι είχε ξεμείνει ο έρμος ο Προκόπης κι έτρεχε να βρεί εφημερεύον, αφήνιασε από πάνω. Την άκουγα, ύπνος δε μ’έκοβε απ’τη λαχτάρα. Δεν άφησε ούτε πιάτο, ούτε ποτήρι άσπαστο.»
«Ο Θεός να μας φυλάει απ’το κακό κι απ’το άδικο.»
«Αμα τι άδικο; Και να πείς, είχε πειράξει άνθρωπο στη ζωή της η Σούλα; Χρυσό κορίτσι! Και της εκκλησίας…»
«Τώρα έρχεται καθόλου; Γιατί έχω καιρό να τη δώ.»
«Ντρέπεται, μωρέ η κακομοίρα, αφού δε βλέπεις; Δε βγαίνει μήτε στη λαϊκή να πάει. Λέει κι ο καθένας το μακρύ του και το κοντό του, και την έχουνε πάρει από φόβο. Της διπλανής το μωρό έτσι και την δεί στα εκατό μέτρα βάζει κραυγή.»
«Μήπως έχουνε δίκιο βρε Πόπη μου; Μήπως κινδυνεύουμε;»
«Τι να σου πώ; Με τα χάπια υποτίθεται ότι γίνεται αρνάκι.»
«Ναι, αλλά όταν την πιάνει το αλλιώτικο, δεν έχει ησυχασμό. Κι η κοπέλα που τους έφυγε, θυμάσαι τι λέγανε;»
«Έλα μωρέ, λόγια, αυτά η Θέρα τα βγάζει, που τις λέει όλες πουτάνες. Και για σένα ξέρεις τι έχει πεί κατά καιρούς;»
«Τι έχει πεί για μένα;»
«Άντε βρε Μαίρη, να χαρείς, θαρρείς κι είσαι καμμιά αγαθιάρα… Δε θυ-μάσαι πού’βαζε όλο φυτιλιές στο μακαρίτη το Νίκο σου, ότι τάχαμου τά’φκιανες όλα αλμυρά να τον ξεκάνεις μια ώρα αρχύτερα;»
«Τόλμησε να πεί για μένα τέτοιο πράμα, αυτή η ακαμάτρα, που άντρα δεν μπόρεσε να βρεί επειδή το σπίτι της ζέχνει που το’χει απάστρευτο; Που δεν ξέρει νερό να βράσει;»
«Οχού… κι εσύ τώρα συνερίζεσαι της γεροντοκόρης τα λόγια.»
«Πάντως αυτό το κορίτσι λόγο να πεί ψέμματα δεν είχε. Ρουμάνα μεν, αλλά καλό και φιλότιμο πλάσμα. Εγώ απ’την Πίτσα τά’μαθα, που της καθαρίζει κάθε δεκαπέντε. Λέει ότι τη δάγκασε.»
«Η Πίτσα;»
«Ποια Πίτσα καλέ; Η Πίτσα δεν έχει δόντια, μόνο τα μπροστινά και δυό γέφυρες. Η Σούλα τη δάγκασε την κοπέλα.»
«Άντε.»
«Ναι σου λέω, έχει και τα σημάδια. Κόντεψε να της βγάλει αίμα.»
«Κι είναι καλά η κοπέλα τώρα;»
«Τι να κάνει κι αυτό το έρμο; Πορεύεται. Αλλά δεν περνάει από Κυψέλη ούτε με το λεωφορείο. Τρείς και μία της πάει.»
«Εδώ που τα λέμε, εμ να ξενοπλένεις, εμ να σε δαγκάσουν; Και τι της έκανε πιά και τη δάγκασε;»
«Τίποτα. Εκεί που σιδέρωνε και βλέπανε Τατιάνα, ορμάει και της πατάει μια δαγκωνιά, τη μακέλεψε. Πάλι καλά που την πρόλαβε ο Προκόπης και της έκανε την ένεση.»
«Ο Χριστός και η Παναγία.»

…more

 

Tags: , ,

Σαδισμός: η παρεξηγημένη ηδονή

protagon.gr | του Αύγουστου Κορτώ

Κωλοσφιγμένο λέμε τον άνθρωπο που οι εμμονές του δεν τον αφήνουν να χαλαρώσει, αυτόν που κάποια αθέατη εσωτερική φλόγα τον καθιστά παραδόξως παγερό. Υπό αυτόν τον ορισμό, λοιπόν – που σε πολλά σημεία με χαρακτηρίζει – ας ξεδιαλύνουμε μια πρώτη πλάνη: ο Donatien Alphonse François Comte de Sade δεν ήταν ο πατέρας της βινύλ βίτσας με την οποία ροδίζετε το κωλαράκι του αμόρε σας, αλλά φιλόσοφος και λογοτέχνης μέγιστος, το λαμπερότερο ίσως πνεύμα του Διαφωτισμού, κρίνοντας απ’ το πόσο εύστοχα προέβλεψε τη νεκρανάσταση της βδελυρής Αυτοκρατορίας.

Ωστόσο υπάρχει και το κωλοσφίξιμο το κυριολεκτικό – και προτού το αναλύσουμε, ας παραθέσουμε εν τάχει τον ορισμό του σαδισμού, όπως απαντάται σε τόμους ψυχιατρικής και ιατροδικαστικής (ιδίως γαλλικούς). Σαδισμός λοιπόν, είναι η άντληση ηδονής, σεξουαλικής ή μη, από την πρόκληση πόνου στο ερωτικό αντικείμενο, που μπορεί να είναι ένας διακριτός ερωτικός σύντροφος, ή ακόμα και ο ίδιος ο εαυτός. Ο σαδισμός τώρα χωρίζεται σε δύο κατηγορίες: τον μεγάλο και τον μικρό. Στο μεγάλο σαδισμό μπορούμε να έχουμε παιδάκια που τυραννούν άλλα παιδάκια, πλακώνοντάς τα στο ξύλο και κατουρώντας τα (καψόνια στη διάρκεια των οποίων είναι καυλωμένα), άνδρες που βιάζουν κατ’ εξακολούθηση τις συζύγους τους, ή – λατρεμένη περίπτωση – το φαινόμενο ενός Γάλλου κρεοπώλη των αρχών του 20ου αιώνα, ο οποίος, αφού πειραματίστηκε αυνανιζόμενος με ό,τι γάντζο βοδιού και μπαλτά είχε πρόχειρο, έδωσε τέλος στη ζωή του με μία τεράστια μαλακία (κυριολεκτικά και μεταφορικά), στο αποκορύφωμα της οποίας κάρφωσε μια πρόκα να με το συμπάθιο στην κεφάλα του.

Κι ο μικρός σαδισμός; Αυτός υπάρχει στη ζωή μας σε τέτοια συχνότητα, που θα μπορούσε κανείς να πει πως είμαστε όλοι μα όλοι διεστραμμένοι.

Κι επιστρέφουμε στο κωλοσφίξιμο. Ασφαλώς θα σας έχει τύχει, ή μάλλον θα έχετε οι ίδιοι επιδιώξετε αυτή την ηδονή, έστω κι αν δεν είναι απ’ τα πράγματα που συζητιούνται over drinks: το πρωινό αυτό αίσθημα, μετά τον πρώτο καφέ και τα δυο-τρία τσιγάρα, όπου νιώθεις την κουράδα έτοιμη να ξεπροβάλλει και να σου πει καλημέρα, αλλά εσύ πας και βάζεις δεύτερο καφέ κι ανάβεις κι άλλο τσιγάρο, διότι το αίσθημα αυτό της πίεσης, της σαρκικής απόγνωσης του απευθυσμένου που εκλιπαρεί να αδειάσει, σε φτιάχνει απερίγραπτα. Το ίδιο μπορεί να συμβεί με το κατούρημα ή την πείνα, τη νύστα, και, βεβαίως, τον οργασμό, με την απάνθρωπη πολλές φορές παράτασή του, όχι μόνο για να γίνει πιο εκρηκτικός – πολλές φορές μάλιστα οι απανωτές αναβολές στο τέλος τον καθιστούν χλιαρό και κουρασμένο – αλλά γιατί μας αρέσει, πάνω στο ζενίθ της μαλακίας ή του πηδήματος, στο αμήν, όταν πια το έρμο το κορμί ικετεύει Άσε με να χύσω! εμείς να του λέμε Βούλωσ’το! διότι η επώδυνη ηδονή της χρονοτριβής – με τον πούτσο σχεδόν γδαρμένο απ’ το πάνω-κάτω μέσα-όξω και τα μουνόχειλα να βαράνε καστανιέτες – είναι ακαταμάχητη.

Οπότε, κάθε φορά που σας λένε για σαδισμό, να θυμάστε, μεταξύ άλλων, το δόντι εκείνο με το παλιό σφράγισμα, που ήθελε επειγόντως απονεύρωση, που δεν το’ πιαναν πλέον τα αναλγητικά και τα αντιφλεγμονώδη, κι ωστόσο δε λέγατε να κλείσετε ραντεβού με τον οδοντίατρο, όχι γιατί φοβάστε τον τροχό, αλλά για να μη χάσετε την οδυνηρή καύλα του να πιέζεις με τη γλώσσα το σάπιο δόντι και το πρησμένο ούλο, δέκα, είκοσι, εκατό φορές τη μέρα…

…more

 

Tags: , , , , ,

Δόξα και τιμή στο ιεραποστολικό!

(Κατακρήμνιση ερωτικών μύθων βασισμένη σε τραγελαφικές εμπειρίες του γράφοντος) | του Αύγουστου Κορτώ | protagon.gr

Στα όρθια. Κατ’ αρχάς, πρέπει να’ χεις κουράγιο κι αντοχή, ειδάλλως, στις 4 το πρωί και ντίρλα, λόγου χάρη, δεν κρατιέται τίποτε όρθιο. Επίσης απαιτεί αρμονία μεταξύ κλίσης φαλλού και οπής εισόδου, τουτέστιν οι παρτενέρ είναι καλό να μην έχουν μεγάλη διαφορά ύψους και σοβαρές ανατομικές αποκλίσεις, διότι το αποτέλεσμα είναι σαν να βλέπεις τον Κουασιμόδο ν’ ανεβαίνει στο καμπαναριό της Notre Dame αγκομαχώντας και κλάνοντας.

Το καθιστό, ή καβάλα παν στην εκκλησιά. Χρειάζεται προσοχή, σύνεση και ουχί πρεμούρα λαγού, διότι παραμονεύουν κι ατυχήματα όπως το κάταγμα πέους, που, ναι, είναι τόσο φρικαλέο όσο ακούγεται. Επιπλέον, θέλει στιβαρό κάθισμα, για να μη βρεθείς με τα μεριά σου σφηνωμένα σε σκισμένη ψάθινη καρέκλα, η οποία κατόπιν μπορεί να καταρρεύσει μαζί με το όλο σύμπλεγμα, προκαλώντας φονικής εντάσεως κουτουλιά μεταξύ των συνευρισκομένων.

Πάρε με στα πατώματα, βάρα με στα μωσαϊκά. Πρώτον, τα παλιά ξύλινα πατώματα είναι γεμάτα φονικές σκλήθρες. Δεύτερον, στο δεκάλεπτο οι γάμπες πιάνονται, μουδιάζουν κι αρχίζουν να παθαίνουν κράμπες. Τρίτον, τόσες χιλιάδες χρόνια πολιτισμού, που οδήγησαν σε ανατομικά στρώματα, υποστρώματα, ανθυποστρώματα κι ερύχωρους καναπέδες, κι εσείς ακόμα κυλιέστε καταγής σαν τη γουρούνα στον οίστρο; Κι επιπλέον, πότε ήταν η τελευταία φορά που βάλατε σκούπα;

Στην μπανιέρα δυο-δυο. Αφ’ ενός, χρειάζεσαι κλειστή ντουζιέρα ή μπανιέρα εξόχως ευρύχωρη, διότι σούρνονται κι ατυχήματα – όπως το να σου χωθεί η καυτή βρύση του ζεστού στη χωρίστρα, να γλιστρήσεις και να πιαστείς απ’ την κουρτίνα και να σαβουρντιστείς στα πλακάκια σαν την Μάριον Κρέιν άπαξ και την έφαγε ο Ψυχώς, ή να σου φύγει το τηλέφωνο του ντους σαν μαινόμενος όφις και να σου κάνει καρούμπαλο, να σου κάψει τα καλαμπαλίκια, και να σου κάνει το μπάνιο κώλο.

Τα πασαλείμματα με εδώδιμα-αποικιακά. Ας όψονται οι εννιάμισι ρουφιανο-βδομάδες και οι γελοιότητες που έχουν εμπνεύσει. Κατ’ αρχάς, έχουμε το θέμα της θερμοκρασίας – άμα τα βγάλεις απ’ το ψυγείο σου παγώνουνε τα ούμπαλα, κι άμα τα ζεστάνεις στα μικροκύματα σου τσουρουφλίζουν τα απαυτά. Χώρια που, για να κάτσει φάση αισθησιακή και ουχί εμετική με σιρόπι σοκολάτας, ζελεδάκι, τιραμισού, λιωμένο μπλε τυρί ή γλυκό μελιτζανάκι, οι σύνευνοι δεν πρέπει να’ χουν ούτε μισή τρίχα πάνω τους, ειδάλλως το σεξ καταντάει αηδία, έρχεται και κολλάει η ευαίσθητη περιοχή στα πλακάκια της κουζίνας, το εφήβαιο κρουσταλλιάζει απ’ το μέλι, κι εκεί που θες να νιώσεις γυναίκα, ξαφνικά σου ’ρχεται να φωνάξεις γυναίκα για λάτρα.

Πάνω στην άμμο την ξανθή. Η άμμος έχει τις εξής τέσσερις ιδιότητες: καίει, παγώνει, είναι σκληρή κι ανένδοτη σαν τη μοίρα, κι έχει την τάση να χώνεται ΠΑΝΤΟΥ. Οπότε εκεί που ξεκινάς το μπαλαμούτιασμα στο λυκόφως, ξαφνικά αρχίζουν να ψύχονται τα εργαλεία, η ραχοκοκκαλιά διαμαρτύρεται διότι είναι σαν να την κοπανάς σε μνήμα, κι επιπλέον, λίγο ο ιδρώτας, λίγο τα λοιπά σωματικά υγρά και λίγο η νοτισμένη αμμούδα, στο δεκάλεπτο τα απόκρυφα της χανούμ και το γιαταγάνι του αγά έχουν μπουκώσει και κάνουν χριτς-χρατς και γδέρονται και πονούν, και βλαστημάς την ώρα και τη στιγμή και το αναθεματισμένο το σούρουπο, γιατί στο μεταξύ έχει σκοτεινιάσει κι άντε βρες τη μαύρη δαντελωτή κυλότα δια της αφής, ενόσω οι μύκητες εντός πανηγυρίζουν την ίδρυση νέας κολπικής αποικίας.

Δεν το ξανακάνω σε Autobianchi. Λοιπόν. Όλα αυτά τα σεξουαλικά που βλέπουμε στις αμερικάνικες ταινίες, όπου το ένα στα δύο παιδιά έχει συλληφθεί μεταξύ τιμονιού και παρμπρίζ, οφείλονται στο γεγονός ότι τα αμερικάνικα αμάξια του πάλαι ποτέ είχαν ένα μεγάλο, απλόχωρο, εννιαίο μπροστινό κάθισμα, κι άλλο ένα πίσω, και κατά συνέπεια προσφέρονταν για γονιμοποίηση, παρτούζα, ή ακόμα και για γκρουπάκι ταντρικής γιόγκα. Όμως στο σημερινό αυτοκίνητο, ένα σωρό κίνδυνοι ελλοχεύουν, με πρώτο και κυριότερο το θανατηφόρο δίδυμο λεβιέ ταχυτήτων/χειρόφρενο, το οποίο εγγυημένα θα σου θερίσει μπούτια, κωλομάγουλα, γόνατα, αγκώνες και κότσια, χώρια που μπορεί να σφηνωθεί σε καμιά φιλόξενη οπή και ν’ ακουστούν οι τσιρίδες σου μέχρι το Νοβοσιμπίρσκ. Επιπλέον, έχεις το ρίσκο της ερημικής καβάντζας, όπου εκτός απ’ τα ζευγαράκια που θολώνουνε τα τζάμια συχνά περιφέρονται και διάφοροι στραβοχυμένοι ματάκηδες, κι εκεί που κάνεις τη δουλειά σου ήσυχα-ήσυχα ξάφνου γυρνάς και βλέπεις μια μούρη κολλημένη στο τζάμι με το μάτι γουρλωτό και το χέρι στον καβάλο, και κλάνεις υαλότουβλα απ’ το φόβο.

Κούνια-μπέλα στην αιώρα. Χωρίς σχόλια. (Μα στην αιώρα; Η λύσσα σας!)

…more

 

Tags: , ,

Ο e-λίθιος

protagon.gr | του Αύγουστου Κορτώ

Η φύση αγαπά την ισορροπία. Όταν χαρίζει σ’ ένα πλάσμα πλουσιοπάροχα τα ελέη της, φροντίζει ν’ αντισταθμίζει τα ταλέντα του με αντίστοιχου μεγέθους αδυναμίες. Έτσι κι εγώ – μπορεί ως παιδάκι να τα ‘παιρνα τα γράμματα (μεγαλώνοντας θα τα πήγαινα κιόλας, μα τότε ακόμη ήμουν αθώος), να ‘χα μουσικό αυτί και ευχέρεια στις ξένες γλώσσες, αλλά οτιδήποτε άπτεται της τεχνολογίας μου φαινόταν πέρα για πέρα ακατανόητο.

Λόγου χάρη, το αεροπλάνο. Διότι ο μπαμπάκας μου, εκτός από οδοντίατρος, ήταν και πιλότος ελαφρών αεροσκαφών, και με τα Cessna της Αερολέσχης Θεσσαλονίκης είχαμε αλωνίσει Ελλάδα και Ευρώπη. Κι όπως ήταν φυσικό, ο δόλιος πατέρας προσπαθούσε, κάθε φορά, να εξηγήσει στο βλαστάρι του το φαινόμενο της πτήσης με απλά λογάκια, βασισμένα στους θεμελιώδεις νόμους της φυσικής. Οπότε κι εγώ γούρλωνα τα μάτια, παριστάνοντας ότι πιάνω πουλιά στον αέρα (άντε πάλι ο υφέρπων ερωτικός προσανατολισμός), ενώ στην πραγματικότητα ένα άκουγα και δέκα δεν καταλάβαινα. «Απλό δεν είναι;» ρωτούσε στο τέλος της νιοστής εξήγησης ο père Κορτώ, κι εγώ χαμογελούσα πλατιά, αν και μέσα μου πίστευα ακράδαντα ότι για να βρίσκεται κοτζάμου θεριό στον αέρα και να μην γκρεμοτσακίζεται σαν τη Σουλιώτισσα, προφανώς συντρέχει κάτι τις το υπερφυσικό – Θεία Πρόνοια; Ανωτάτη φακιρική; Οι πορδές του Νεφεληγερέτη; Πάντως αυτό το πράμα από μόνο του δεν πέταγε, δεν πα’ να’ λεγε ο Νεύτων κι ο κάθε κερατάς.

Κι έπειτα ήρθε το βίντεο, και η χρυσή εποχή της βιντεοκασέτας. Όπου, μέχρι να μάθω ότι για να παίξει η κασέτα και να δω τον Τζέιμς Μποντ αντί για το ταψί-ουράνιο τόξο της ΕΡΤ έπρεπε να αλλάξω κανάλι και να πατήσω το play κι όχι όλα τα κουμπιά μαζί από πρεμούρα, αδαημοσύνη, απελπισία, κι εκνευρισμό, κατέστρεψα κάμποσες βιντεοκασέτες, που μασήθηκαν, γράφτηκαν από πάνω και κακοποιήθηκαν ποικιλοτρόπως, καθώς, όταν η κασέτα παραήταν τζαναμπέτικη και δεν έπαιζε με τίποτα, την έβγαζα και την ποδοπατούσα για να μάθει η καριόλα. Όσο δε για το να γράφω εκπομπές, ταινίες και τα ρέστα, ο ακούραστος πατέρας περνούσε ώρες γονατιστός μπροστά στο βίντεο (πάνω στο οποίο κοιμόταν και η σιαμέζα γάτα μας η Κακάμπα), πασχίζοντας να μου εξηγήσει ότι πρέπει να πατήσουμε δύο κουμπιά συγχρόνως, έτσι Πετράκη; αλλά η κασέτα πρέπει να’ χει την πλαστική την παρθενιά την τετράγωνη άθικτη ειδάλλως δε γράφεται τίποτις. Ε λοιπόν, ό,τι καταλάβαινε η Κακάμπα καταλάβαινα κι εγώ – και αν πεις ιδίως να προγραμματίσω κάτι να γραφτεί με βάση το ρολόι του βίντεο, χέσε ψηλά κι αγνάνετευε. Διότι, ανάμεσα στις πολλές αντισταθμιστικές αναπηρίες μου, μέχρι το γυμνάσιο σχεδόν είχα τεράστιο πρόβλημα με την ώρα, ιδίως όταν το γαμοβίντεο έγραφε 21:00 κι εγώ έπρεπε να κάτσω να μετρήσω τι στο διάολο σημαίνει αυτό το εικοσιένα εκτός απ’ την πίεση του παππού και το blackjack που χαρτοπαίζαν την Πρωτοχρονιά οι κουμαρτζήδες οι γονείς μου.

Και φτάνουμε στο σωτήριον έτος 1990, όταν εισήχθην στο Κολλέγιο, και βρέθηκα για πρώτη φορά περιτριγυρισμένος από την σπορά της Σαλονικιώτικης πλουτοκρατίας (ο Θεός να σε φυλάει) και τα φανταχτερά τους τζίτζιλα-μίτζιλα. Μέσα σ’ αυτά, καθώς το λεωφορείο μας ανέβαζε στο ειδυλλιακό, κατάφυτο σχολειό μας, ήταν και τα πρώτα CD που ‘χα αντικρύσει στη ζωή μου. Βέβαια, επειδή με το πέρασμα των χρόνων είχα αντιληφθεί ότι εγώ και η τεχνολογία ήμασταν πιο ασύμβατοι κι απ’ ό,τι ο Πρίγκηπας Κάρολος με το σεξ απίλ, αποφάσισα να μη ρωτήσω ευθέως και καρφωθώ, αλλά να παρατηρώ τάχαμου αδιάφορα, μέχρι να καταλάβω τι σκατά ήταν αυτά τα σι-ντι. Το ότι είχαν σχέση με μουσική το ’χα ψυχανεμιστεί, καθ’ όσον είχαν εξώφυλλα από μπάντες και soundtracks, αλλά όσο και να τα μπάνιζα αδυνατούσα να φανταστώ πού το χώνεις αυτό το γυαλιστερό δισκάκι (που’ ταν ταμάμ για σουβέρ – αν ζούσε η μακαρίτισσα η γιαγιά μου η Ελένη θα τα αγόραζε με το καφάσι, γυαλισμένα με Silvo και με ασορτί σεμεδάκι με ασημιά μπορντούρα) για να παίξει μουσική. Κασέτα δεν ήταν σίγουρα, κι ούτε δίσκος πρέπει να’ τανε, γιατί παραήταν μικρό. Και τότε ξαφνικά μου έρχεται η επιφοίτηση! Γιατί ανάμεσα στα βινύλια της μαμάς, είχαμε και κάτι παλιά σαρανταπεντάρια του μπαμπά, τα οποία είχαν πάνω-κάτω το ίδιο μέγεθος. Ηλίου φαινότερο! Δισκάκια ήταν! Οπότε μαζεύω χαρτζιλίκι δυο βδομάδων, πηγαίνω σ’ ένα δισκάδικο στην Πρίγκηπος Νικολάου, κι αγοράζω το πρώτο μου CD – τις Τέσσερις Εποχές του Βιβάλντι – και γυρνάω σφαίρα στο σπίτι για να απολαύσω αυτό το νέο θαύμα της σύγχρονης τεχνολογίας. Ανάβω που λέτε το πικ-απ και τον ενισχυτή, βάζω το σιντί στο κέντρο, κατεβάζω και τη βελόνα – και ακούγονται όχι οι Τέσσερις Εποχές αλλά το Μια εποχή στην Κόλαση, που ’ρθε τρέχοντας η μάνα απ’ την κουζίνα όπου καθάριζε μύδια γιατί νόμισε ότι είχε μπουκάρει στο σπίτι μπαμπουΐνος σκαστός απ’ το τσίρκο Medrano και της κατασπάραζε το μοναχογιό. Πέρασε ένας χρόνος μέχρι να αποκτήσω CD Player, κι άλλος ένας μέχρι να μάθω ότι άμα το σιντάκι κολλήσει ή δεν παίζει, ανοίγουμε το πορτάκι (με το ειδικό κουμπί, κι όχι τραβώντας το με τα δάχτυλα όπως το σουρτάρι της μπιζουτιέρας) – και πάνω απ’ όλα δεν κοπανάμε το Kenwood σαν απείθαρχο μουλάρι γιατί ο μπαμπάκας θα μας αφαλοκόψει.

…more

 

Tags: , , ,

Το iphone κικιρικικί να σε ξυπνάει κάθε πρωί

Το Πρωτοχρονιάτικο ξυπνητήρι του iphone έμεινε σιωπηλό. Στην αρχή σκέφτηκα ότι κοιμήθηκα τόσο βαριά ώστε αγνόησα τη σαχλή ατάκα δημοσίου προσώπου που επέλεξα ως ring tone. Ομως εγώ δεν κοιμάμαι βαριά-δυστυχώς αυτό ισχύει μόνο για τον ύπνο μου. Το ξυπνητήρι του iphone δεν λειτουργούσε. Θα μπορούσε να συμβεί σε οποιοδήποτε μηχάνημα, όχι όμως και στο δικό μου iphone. Πρώτον επειδή κοστίζει πενήντα φορές περισσότερο από ένα απλό ξυπνητήρι. Δεύτερον επειδή το δικό μου iphone ντύθηκε με θήκη για να προστατευτεί από το αίμα. Μάτωσα για να το αποκτήσω. Η επιδότηση, αμέτρητες δόσεις και μία στιγμιαία διάθεση σκανταλιάς με έκαναν κάτοχο iphone 4. Οταν το χάιδεψα πρώτη φορά σκέφτηκα ότι ο καπιταλισμός είναι τόσο σκληρός που σε κάνει να επενδύεις με κάτι σαν ευτυχία την απόκτηση ενός gadget. Ομως αυτό δεν περιλαμβάνεται στις σύγχρονες χαρές της ζωής;

Οταν διαπίστωσα ότι το ξυπνητήρι δεν λειτουργεί σκέφτηκα να γράψω ένα email ή, στην καλύτερη περίπτωση, να βρω το τηλέφωνο του Στιβ Τζομπς και να του πω δύο λόγια. Πιστεύω ότι μπορώ να το κάνω. Διότι δεν είμαι ένας απλός πελάτης του Τζομπς. Με imac, router και δύο iphone μέσα σε διάστημα 16 μηνών αισθάνομαι ότι του πληρώνω διατροφή. Αντί να ψάξω για τρόπο επαφής, έψαξα να βρω αν το ίδιο συνέβη και σε άλλους. Ναι. Το πρόβλημα είχε εκδηλωθεί πρώτα με την είσοδο της χειμερινής ώρας και επανεμφανίστηκε την Πρωτοχρονιά. Στην πρώτη περίπτωση για να έχεις ξυπνητήρι έπρεπε να ρύθμιζες το ρολόι μία ώρα νωρίτερα από την πραγματική, ενώ στη δεύτερη το ξυπνητήρι λειτουργεί μόνο αν του ζητήσεις καθημερινή επανάληψη.

Η Apple υποσχέθηκε ότι θα επιδιορθώσει το πρόβλημα στις 4 Ιανουαρίου με την καινούργια ενημέρωση λογισμικού. Αυτό είναι καλό ως προς τις υπηρεσίες της εταιρίας-με άλλους και άλλους έχουμε τραβήξει κατά καιρούς τα πάνδεινα. Είναι, όμως, μία τόσο γελοία βλάβη που σε κάνει να ψάχνεις εκείνο το παλιό ξυπνητήρι που το κούρδιζες. Επίσης σου δείχνει ότι το άγχος των εταιριών να προσπεράσουν τον ανταγωνισμό, στο τέλος εκθέτει τις ίδιες και την καλή διάθεση του καταναλωτή. Θυμίζω ότι όταν κυκλοφόρησε το iphone 4 διαπιστώθηκαν προβλήματα στο σήμα και η Apple μοίραζε δωρεάν θήκες. Τώρα θα μπορούσε να δώσει μικρά κοτοπουλάκια που με τρία upgrade μέσα σε τέσσερις μήνες γίνονται κόκορας με αφύπνιση εκπληκτικής ακρίβειας.

http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.8emata&id=4663

 
Leave a comment

Posted by on 07/10/2011 in Articles

 

Tags:

Είμαι ερωτευμένος με τα ράφια σου

του Αυγούστου Κορτώ | protagon.gr

Υπάρχουν άνθρωποι που οργάζουν βλέποντας ένα ζευγάρι παπούτσια στη βιτρίνα, νιώθοντας πως το δαμάλι που’ γινε nappa, πριν παραδώσει το πνεύμα, είχε την εικόνα τους χαραγμένη στο μοσχαρίσιο του μυαλό. Άλλοι και άλλες σκληραίνουν και υγραίνονται με ρούχα – ασχέτως του αν θα τα φορέσουν ποτέ – ή με αυτοκίνητα των 200.000 ευρώ, που καίνε δύο εμιράτα βενζίνη το χιλιόμετρο και για να βρεις να παρκάρεις πρέπει να’ χεις βύσμα στο δήμο και να βάλεις να σου γκρεμίσουν μισό οικοδομικό τετράγωνο. Και φυσικά να μην ξεχνάμε τους γκατζετάκηδες, που ξεροσταλιάζουν μπρος την ψηφιακή ταμπλέτα όπως ο χαπάκιας μπρος την ταμπλέτα του Stedon, άλλο που μπορεί να τη χρησιμοποιούν μόνο για να παίζουν Angry Birds ή για να βλέπουν τσόντες (που θέλει και προσοχή, διότι αν πάνω στην κόρωσή σου τ’ αμολήσεις στην οθόνη και βραχυκυκλώσει, άντε μετά να εξηγείς στο κομπιουτεράδικο πώς, εκεί που καθόσουν αμέριμνος στο μετρό, ένας επιδειξίας ήρθε και σου γονιμοποίησε τα θυμωμένα πουλιά).

Εγώ, ωστόσο, ως άνθρωπος αθεράπευτα κοιλιόδουλος και πρόθυμο θύμα κάθε πρωτόγνωρου εδώδιμου που δεν έχει διαβεί τον καταπιώνα μου, παθαίνω αυτόν ακριβώς τον ντουβρουτζά όταν βρίσκομαι σε μεγάλο σούπερ μάρκετ: θολώνει το μάτι μου, μπανίζω τα τυριά και τ’ αλλαντικά σαν καψωμένος κωλομπαράς, τα θέλω όλα, πασχίζω να εκλογικεύσω – Μα είναι υπερτιμημένα! Τρισίμισι ευρώ τα γκουρμέ πατατάκια, μη χέσω; – κι αποτυγχάνω παταγωδώς, και τελικώς καταλήγω στο ταμείο με 180 σφύξεις, αφενός διότι κοιτάζω τα καλούδια και φχεραίνω (που λένε και στην Κρήτη), κι αφετέρου διότι δεν ξέρω αν θα μου φτάσει το κατοστάρικο ή αν η κάρτα είναι τιγκαρισμένη και πρέπει μετά να εγκαταλείψω τα μονάκριβα φαγώσιμα στα ράφια τους, που η ιδέα και μόνο μου προκαλεί σπαραγμό αντίστοιχο με των ηρωίδων στην Εκλογή της Σόφι και στο Ποτέ χωρίς την κόρη μου.

Όμως ας ξετυλίξουμε τον μίτο αυτού του παθολογικού υπερκαταναλωτισμού, που ξεκινά, όπως όλες οι πετριές, στα παιδικά χρόνια του γράφοντος…
Κατ’ αρχάς να πω ότι η Θεσσαλονίκη των αρχών του ’80 έμοιαζε πολύ περισσότερο με την Ελλάδα του ’50 απ’ ό,τι με τη σημερινή. Η πολυκατοικία μας ήταν απ’ τις πρώτες στη Θεμιστοκλή Σοφούλη, απ’ το μπαλκόνι μας ατενίζαμε το Θερμαϊκό και τον Όλυμπο, και σ’ ό,τι αφορά τα ψώνια, οι απλοί (και οι περίπλοκοι) άνθρωποι της συμπρωτεύουσας βολεύονταν με παραδοσιακά μπακάλικα, με τετράδιο για το βερεσέ και ζυγαριές παλαιού τύπου, με απόκλιση βάρους 5-6 κιλά.

Στη γειτονιά μας είχαμε δύο μπακάληδες, ή μάλλον έναν μπακάλη κι ένα μεγαλομπακάλη, αλλά η μαμά μου προτιμούσε τον regular μπακάλη διότι ο άλλος σου χτυπούσε στην προπολεμική μηχανή προϊόντα που δεν είχες αγοράσει, σ’ έκλεβε στο ζύγι και στα ρέστα, και γενικώς μόνο που δε σ’ τον σφύριζε ο παλιάνθρωπος.

Τότε βεβαίως ήμουν κι εγώ μια σταλιά παιδάκι, μα από δαιμονική συγκυρία της τύχης, το πρώτο σούπερ μάρκετ της Σαλονίκης άνοιξε ακριβώς την περίοδο της πρώτης βουβαλοποίησής μου, όταν πλέον ο πατέρας μου, βλέποντάς με να αλέθω και βότσαλο έτσι και μου το πασπάλιζες με ζάχαρη άχνη, έλεγε το κλασικό – μα στην περίπτωσή μου απόλυτα κυριολεκτικό – «Καλύτερα να σε ντύνω, παρά να σε ταΐζω.»

Το εν λόγω σούπερ μάρκετ ήταν το Πριζουνίκ Μαρινόπουλος, στο δρόμο για το αεροδρόμιο, κι ενώ σήμερα που το θυμάμαι μου φαίνεται ελάχιστα μεγαλύτερο απ’ το καθιστικό μου, στα αθώα, λιμάρικα παιδικά μου μάτια, φάνταζε Γη της Επαγγελίας, όπου οι γονείς μου με καθίζαν στο καρότσι (με το ζόρι, και με μεγάλη δυσκολία, γιατί ήδη χρειαζόμουν καρότσι σαν αυτές τις παλέτες του ΙΚΕΑ), διότι απ’ την πολλή μου αναστάτωση είτε έτρεχα σαν το διάολο και χανόμουνα και δεν έβλεπα τη μαμά μου και τον μπαμπά μου κι άρχιζα να σκούζω, ή, ξαναμμένο απ’ την πληθώρα φανταχτερών, παχυντικών εμπορευμάτων, τα άνοιγα και τα’ σκιζα επί τόπου, κρύβοντας το περιτύλιγμα πίσω-πίσω στο ράφι, αν και βεβαίως όταν βλέπαν τα μούτρα μου πασαλειμμένα με μαρμελάδες και τα χέρια μου καφέ απ’ τη Nutella ήταν αδύνατον να κρύψω το έγκλημά μου. Αυτό το κουσούρι μάλιστα έκανε δυο-τρία χρόνια να μου περάσει, με το ταπεινωτικό αποτέλεσμα οι γονείς μου να δίνουν στην ταμία άδεια σακουλάκια από κρουασάν ή γαριδάκια, μισοφαγωμένες συσκευασίες με λουκάνικα Φρανκφούρτης ή La vache qui rit, ή δυο και τρία στραγγιγμένα μπουκάλια γάλα με κακάο, ενώ εγώ απ’ το καρότσι μούγκριζα να μου δώσουν πίσω τα φαγιά μου, ότι δεν είχα τελειώσει, ή ότι δεν ήθελα άλλα λουκάνικα, οπότε να πληρώσουν μόνο τα φαγωμένα. (Στην πιο hardcore απ’ αυτές τις επιδρομές, με είχαν βρει να κοπανάω ένα κουτί με ζαχαρούχο γάλα στη γωνία του ραφιού, κλαίγοντας με αναφιλητά που δεν άνοιγε να το ρουφήξω).

more: http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.dolce&id=8691

 

Tags: , ,

Ο άνθρωπος που έτρωγε πολλά

protagon.gr | του Αυγούστου Κορτώ

Μέχρι τώρα σας έχω ιστορήσει τα πάθη (και τα πάχη) της νιότης μου, με μια διάθεση αυτοσαρκασμού κι ανεμελιάς που μου επιτρέπει η ιστορική απόσταση και το γεγονός ότι πλέον, όταν περπατάω στο δρόμο ραγίζουν τα πεζοδρόμια απ’ την ομορφάδα μου – και το αναφέρω όχι από έπαρση, μα για να μην κατηγορείτε το Δήμο όταν σκαλώνει η τακούνα στη ρωγμή και κάνεις διπλό τόλουπ για να μη σκάσεις με τα μούτρα στα πλακάκια των τυφλών με τα σγρούμπαλα και σου αποτυπωθούν στα μάγουλα και μείνεις σαν τη βλογιοκομμένη.

Εκείνο ωστόσο που δεν έχω μοιραστεί μαζί σας, είναι η διαδικασία της μεταμόρφωσής μου: πώς από κάμπια διαστάσεων Jabba the Hutt μεταμορφώθηκα σε πεταλούδα με πιτσιλωτά φτερά, για καλύτερη εφαρμογή και μεταξένια αίσθηση.

Όλα ξεκίνησαν με την αποστροφή. Μην πάει ο νους σας στον Πολάνσκι, βέβαια – ούτε χερούκλες βγαίναν απ’ τις μεσοτοιχίες να με χουφτώσουν, ούτε άφησα κανά κουνέλι να σαπίσει, καθ’ όσον εκείνα τα ένδοξα χρόνια μπορεί να μην το’ πνιγα το κουνέλι επαρκώς (πού να βρεθεί ερωτύλος θηριοδαμαστής;) αλλά το κατέβαζα αμάσητο, μαζί με τρίχωμα, κόκκαλα και σκάγια.

Όχι – απλώς, έπειτα από χρόνια αυτοπαραμυθιάσματος και ιδεολογημάτων περί βοϊδοσύνης (Είναι θέμα προσωπικής αισθητικής, ή, Τι σημασία έχει το τόσο φθαρτό περιτύλιγμα όταν το περιεχόμενο είναι εκθαμβωτικό;;) έφτασε η στιγμή που σιχάθηκα τον εαυτό μου.

Ωστόσο, μέχρι να φτάσω σ’ αυτό το σημείο, υπήρξαν άφθονοι οιωνοί…

Θυμάμαι, λόγου χάρη, να σκάει ο ντελιβεράς με τα οχτώ σουβλάκια, τις τρεις πατάτες και τις τέσσερις μπύρες, κι αντί ν’ ακούει το τζέρτζελο απ’ το πάρτυ που φανταζόταν, ν’ αντικρύζει ένα τύπο ίσαμε το Χίντενμπουργκ, με γυαλί-πατομπούκαλο, μαλλί ως τον ώμο και γενειάδα πατριάρχη (στυλιστικές βόμβες που θεωρούσα ότι λειτουργούσαν ως αντιπερισπασμός στα κυβικά μου, ενώ απλώς με καθιστούσαν ακόμη πιο θηριώδη), με παππουδίστικη ρόμπα και απέραντη κατήφεια στο βλέμμα – διότι είναι πολύ σκληρό να βλέπεις τον τρόμο ζωγραφισμένο στο πρόσωπο του άλλου καθώς αναρωτιέται, Έχει γούστο να με φάει και μένα το γέτι της Καλαμαριάς.

Ή να αγκομαχώ σε δοκιμαστήρια – όταν έβρισκα ρούχα στο νούμερό μου, τουτ’ έστιν, αντίσκηνα με μανίκια και μπατζάκια – και βγαίνοντας, ο καραφλός, σαραντάρης υπάλληλος να μου λέει παρήγορα, «Ε, στην ηλικία μας τα παίρνουμε εύκολα τα κιλά…» χωρίς να υποψιάζεται ότι μου’ ριχνε μια εικοσαετία.

Ο δριμύτερος κώδων κινδύνου ήταν το μάθημα της Καρδιολογίας – καθ’ ότι τω καιρώ εκείνω ήμουν ακόμα φοιτητής Ιατρικής, άλλο που’ χα ανακαλύψει την πραγματική μου κλίση, κι έχοντας αποκτήσει με τα πρώτα μου βιβλία ένα φανατικό κοινό 17 αναγνωστών (συμπεριλαμβανομένης και της μητέρας μου), είχα αποφασίσει να κερδίσω την αθανασία ως συγγραφέας. Το θέμα όμως ήταν να μη με προκάμει ο θάνατος στο μεταξύ, διότι στους θαλάμους του ΑΧΕΠΑ, προς ανείπωτο τρόμο μου, είχα πετύχει τριαντάρηδες και τριανταπεντάρηδες, με πολύ λιγότερα ξύγκια απ’ τα δικά μου, και που δεν κάπνιζαν όλοι τους δύο πακέτα την ημέρα όπως εγώ, κι ωστόσο ήταν ταβλιασμένοι μετά το πρώτο τους καρδιαγγειακό επεισόδιο, βλέποντας έντρομοι ένα μέλλον αδιάλειπτης αγωνίας κι αυτοπειθαρχίας. Και κάπου βαθιά μέσα μου – γιατί ήμουν πάντα άνθρωπος με βάθος, αλλά εκείνη την εποχή μιλάμε για την Τάφρο των Μαριανών – ένα κομμάτι του εαυτού μου έλεγε, Είναι κρίμα να πεθάνω τόσο νέος απ’ το γαμημένο το φαΐ.

Πλην όμως βρισκόμουν σε φαύλο κύκλο: ο φόβος μ’ έριχνε στο φαΐ και το φαΐ στο φόβο (το οποίο, τώρα που το διαβάζω, έχει ρυθμό δημώδους, όπως, λ.χ., Σου’ λεγα να μην τρως πολύ, αγάπη μου μεγάλη / Δε βρίσκει ούλη η Βενετιά φέρετρο να σε βάλει). Η τελευταία πινελιά πικρής ειρωνείας ήταν ότι τότε ακόμα είχαμε μια παμπάλαια ζυγαριά με βελόνα, η οποία τερμάτιζε στα 130 κιλά, οπότε και συνέχιζε απ’ το μηδέν, με αποτέλεσμα, κάθε φορά που ζυγιζόμουν, να με ρωτάει διακριτικά η μάνα μου, «Πόσο είσαι, μανάρι μου;» κι εγώ να γρυλλίζω: «Είκοσι κιλά».

Μα όλα αυτά έμελλε ν’ αλλάξουν, σύντομα και απότομα, έστω κι αν δεν το γνώριζα ακόμα…
more: http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.dolce&id=9027

 

Tags: ,

 
%d bloggers like this: