RSS

Tag Archives: Αύγουστος Κορτώ

Παθήματα ανατομίας

του Αύγουστου Κορτώ | protagon.gr

Όπως όλα τα παιδάκια, όταν ήμουν μικρός και το μέλλον φάνταζε στα αθώα μου μάτια μακρινό και μαγικό σαν όνειρο (διότι κανείς δεν μου’χε εξηγήσει ακόμα τι εστί ΤΕΒΕ), φανταζόμουν συχνά-πυκνά τον ενήλικο εαυτό μου σε ποικίλα εφετζίδικα επαγγέλματα.

Στα πλαίσια της μεγαλομανίας που με χαρακτηρίζει εκ γενετής (σαν ελιά ένα πράγμα, αλλά φιλόδοξη ελιά, που όταν μεγαλώσει θέλει να γίνει Σημίτης), το πρώτο μου φαντασιωσικό επάγγελμα ήταν αυτό του πρωθυπουργού – όνειρο που κράτησε μέχρι που είδα στην τηλεόραση τα είκοσι πρώτα δευτερόλεπτα μιας προεκλογικής ομιλίας, οπότε κι αποφάσισα ότι η πολιτική ήταν υπερβολικά βαρετή για το φλογερό μου τεμπεραμέντο. Δια της μεθόδου του αποκλεισμού είχα εγκαταλείψει και κάθε ελπίδα συνέχισης του πατρικού επαγγέλματος – της οδοντιατρικής –, καθώς η φύση με είχε προικίσει με δόντια μεσόκοπης λονδρέζας πόρνης του 19ου αιώνα, και είχα σφαδάξει αρκετές φορές στην καρέκλα του μπαμπά, και δεν είχα καμία διάθεση να περάσω τη ζωή μου με τα χέρια χωμένα σε στόματα ανθρώπων που μουγκρίζουν, χτυπιούνται, κι ενδεχομένως, άμα δουν τα ζόρια, δαγκώνουν κιόλας. Κατά παρόμοιο τρόπο είχα αποκλείσει και κάθε ενδεχόμενο καριέρας στον αθλητισμό, διότι λόγω σωματότυπου το μόνο άθλημα στο οποίο θα μπορούσα να συμμετάσχω ήταν το ποδόσφαιρο, κι όχι ως ποδοσφαιριστής αλλά ως μπάλα.Το πρώτο επάγγελμα που αντιμετώπισα με σοβαρές βλέψεις ήταν αυτό του αρχαιολόγου, έπειτα από μια σχολική επίσκεψη στο μουσείο, όπου είχα δει τα απερίγραπτης ομορφιάς ευρήματα του Μανόλη Ανδρόνικου. Για μέρες μετά την επίσκεψη, φανταζόμουν την υφήλιο να παραληρεί καθώς παρουσίαζα τα απίστευτα ευρήματά μου: απ’ τον τάφο του Μεγαλέξανδρου και το μεταφραστικό λυσάρι του Δίσκου της Φαιστού (ο οποίος υποψιάζομαι ότι στην πραγματικότητα είναι λίστα για ψώνια: τυρί, ρύζι, γάλα, Καμπά, κώνειο για την πεθερά) μέχρι την Ατλαντίδα και το φύλλο συκής που φόρεσε η Εύα μόλις ο Αδάμ αντίκρυσε τον φουντωτό της γάτο και την απεκάλεσε τριχωτή. Ωστόσο, κι αυτό το όνειρο έμελλε να λήξει άδοξα, καθώς πριν περάσει καιρός είδα τον Ιντιάνα Τζόουνς και τον Ναό του Χαμένου Θησαυρού, που ’χει εκείνη τη σκηνή όπου χώνονται σ’ ένα τρούπιο ντουβάρι που’ χει μέσα όλο το σόι της μικρής Τερέζας και ποικίλα άλλα μαμούνια – κι επειδή παιδιόθεν έτρεμα τα έντομα, αποφάσισα τελικά ότι η αρχαιολογία ήταν υπερτιμημένη.Έπειτα, στο γυμνάσιο, εξολοθρεύοντας κάθε πιθανότητα κοινωνικοποίησης που δεν είχε ήδη κάνει φτερά εξαιτίας της κατήφειας, της φλωριάς, της μυωπίας και της σφαιρικότητάς μου, γράφτηκα στην χορωδία, όπου (κι άλλη πρόκα στο φέρετρο της ενσωμάτωσής μου στον σκληρό κόσμο των εφήβων) ήμουν σοπράνο, και μάλιστα σοπράνο με φωνή-κρύσταλλο. Οπότε, θεωρώντας πως είχα βρει επιτέλους την κλίση μου, και φαντασιώνοντας πλήθη να χειροκροτούν, να ζητωκραυγάζουν, να βγάζουν αφρούς και να ξεριζώνουν τις βυζότριχές τους με κάθε μου κορώνα, αποφάσισα ότι θα γινόμουν επαγγελματίας υψίφωνος, ή κόντρα-τενόρος. Τότε ακόμα βέβαια δεν ήξερα περί ορμονών και castrati, (πάλι καλά, γιατί με τη ματαιοδοξία που με δέρνει μπορεί να’ χα θυσιάσει τα οικογενειακά τιμαλφή στον βωμό της δόξας και να’χα καταλήξει σαν εκείνον τον τετράπαχο καραφλό καλόγερο στο Όνομα του Ρόδου, που έπνιγε κουνέλια, βίδρες και κάστορες και μιλούσε σαν να είχε φάει την Μπγιορκ και να του ’χε σταθεί στο λαιμό), αλλά η φύση πρόκαμε κι έκανε τα όνειρά μου σκόνη, καθώς στη Δευτέρα Γυμνασίου, μολονότι εξακολουθούσα να είμαι μπουρέκι με πόδια (και πόδι νούμερο 35, λες και μου τα’ χαν δέσει όπως στην Κίνα), η φωνή μου έσπασε κι έγινε ένα αβέβαιο, τρεμουλιαστό πράμα ανάμεσα σε άλτο και τενόρο – κι εγώ τα βρόντηξα, διότι αν δεν μπορούσα να αποθεωθώ τραγουδώντας την άρια της Βασίλισσας της Νύχτας, να το χέσω το σολφέζ και τον Ορλάντο ντι Λάσσο.

Για ένα διάστημα, όπως συμβαίνει σε πολλούς μονόχνωτους κι ερωτικά απελπισμένους εφήβους, αποφάσισα ότι θα γινόμουν ποιητής, καθώς είχα ταλέντο αναντίρρητο στη ρίμα – οπότε και περνούσα όλο το μεγάλο διάλειμμα σκαρώνοντας αθάνατους στίχους (λ.χ. ‘Του έρωτα φορούσες το χνουδωτό μπουρνούζι / Και ήσουν γλυκιά και δροσερή σαν το καρπούζι’  ή  ‘Όταν σε βλέπω, αγάπη μου, η ταραχή με πνίγει / Σαν τον ατάιστο μολοσσό ή κονσέρβα όταν ανοίγει’) οι οποίοι προκαλούσαν ρίγη συγκίνησης και βούρκωμα στις συμμαθήτριές μου που διάβαζαν τα πονήματά μου, θεωρώντας πως ήταν γραμμένα γι’ αυτές (ευτυχώς, δεν είχα μονοπώλιο στην απελπισία). Αυτό κράτησε κανά χρόνο, μέχρι που έπιασα για πρώτη φορά στα χέρια μου τον Άλφρεντ Προύφροκ του Τ.Σ. Έλιοτ, οπότε κατάλαβα τι σημαίνει ποίηση κι εγκατέλειψα το όνειρο να γίνω ο τρίτος Έλληνας νομπελίστας ποιητής.

…more

 

Tags: ,

Το μαγικό κωλόχαρτο

του Αύγουστου Κορτώ | protagon.gr

Υπάρχουν λογιώ-λογιώ κωλόχαρτα. Για παράδειγμα, κωλόχαρτο μπορεί να χαρακτηριστεί το πτυχίο του πανεπιστημίου (γνωστό και ως ‘βραχιόλι’, καθώς μπορεί να συνοδεύσει εξαιρετικά τον κολλιέ της ανεργίας), ιδίως από κωλοφοιτητή όπως ήμουν εγώ. Έρχονταν δηλαδή στιγμές που ο καλός μου εαυτός μου ψιθύριζε στο αυτί: «Παρ’ το επιτέλους το κωλόχαρτο να ησυχάσουν οι έρμοι οι γονείς!» Αλλά όταν πρόκειται για τον καλό μου εαυτό και την γκρίνια του, μπορώ και αναπτύσσω θαυμαστή αυτόματη κώφωση. Οπότε στο τέλος έμεινα απτυχίωτος, και οι έρμοι οι γονείς μου ησύχασαν ούτως ή άλλως, ο μπαμπάς μου επί γης και η μαμά μου εν τόπω χλοερώ, ένθα ελπίζω το φαΐ να μην παχαίνει.

Σε άλλους, το “κωλόχαρτο” θυμίζει επίσημο έγγραφο – λ.χ. Πιστοποιητικό Πιστοποίησης Γραφειοκρατικού Καρκίνου – που για να το πάρεις περνάς του λιναριού τα πάθη και βγάζει το πόδι κάλους απ’ το πήγαιν’ έλα και στο τέλος έχεις σιχτιρίσει τόσο, που σου ’ρχεται ειλικρινά να ψηφίσεις κουκουέ – άλλο που εντός ολίγου συνέρχεσαι, διότι σ’ έναν σοσιαλιστικό παράδεισο η χαρτούρα θα ήταν υψωμένη στη νιοστή, κι έτσι και σ’ έπιανε κατούρημα ενώ βρισκόσουν σε φιλικό σπίτι, για παράδειγμα, θα ’πρεπε πριν ξαλαφρώσεις να υπογράψεις ειδική τριπλότυπη δήλωση στην οποία να δεσμεύεσαι πως η πράξη σου έχει ως σκοπό την ειλικρινή παροχέτευση τσισιού, και δεν είναι προβοκατόρικη ρεφορμιστική ούρηση επί της σεπτής Γενικής Γραμματέως, του Κόμματος, και της μούμιας του Στάλιν.

Εγώ ωστόσο στο παρόν κείμενο θέλω να μιλήσω για το απλό, καθημερινό κωλόχαρτο, το αποκαλούμενο και χαρτί υγείας – παρ’ ότι είμαι πεπεισμένος ότι χρησιμοποιείται και από ασθενείς – και για το πώς η μαγεία μου συνετέλεσε στην ουσιαστική μου ενηλικίωση.

Κατ’ αρχάς να πω πως προέρχομαι από πυρηνική οικογένεια – και με τις δύο έννοιες του όρου, καθώς οι γονείς μου πολλάκις εμπλέκονταν σε αψιμαχίες που έκαναν τον Ψυχρό Πόλεμο να ωχριά. Επίσης, και οι δύο μου γονείς ήταν άνθρωποι παθολογικά ανοιχτοχέρηδες, σε σημείο που η αποταμίευση τους φαινόταν εξίσου αδιανόητη με την ανθρωποφαγία. «Τα λεφτά είναι για να τα χαίρεσαι» έλεγε πάντα ο μπαμπάκας μου, άλλο που ο άνθρωπος σκοτωνόταν στη δουλειά για να τρώνε τρία στόματα, της νοικοκυράς μητέρας μου και το δικό μου το απύλωτο – ιδίως τα πρώτα, τρυφερά χρόνια της αντιπαροχής του σώματός μου για ανέγερση εξαώροφης πολυκατοικίας, όταν έτρωγα σαν να μην υπήρχε όχι αύριο, αλλά ούτε απόψε.

Ως εκ τούτου, μεγάλωσα χωρίς να έχω ιδέα περί βιοπορισμού, κι αγνοώντας παντελώς τις δυσχέρειες, το άγχος και τον τρόμο που δύναται να επισύρει. Θυμάμαι, λόγου χάρη, τον πατέρα μου και τους υπόλοιπους πατεράδες της πολυκατοικίας μας ν’ ανοίγουν τα μεσημέρια γυρνώντας απ’ τη δουλειά τα γραμματοκιβώτια, και μόλις έβλεπαν φακέλους με λογαριασμούς, να βγάζουν έναν τρίσβαθο αναστεναγμό, νιώθοντας το καμουτσίκι της βιοπάλης να τους βαράει σαν τα παλιάλογα. Εγώ, βέβαια, χαμπάρι. Μέχρι που μου φαινόταν και παράξενο που κρέμαγαν τα μούτρα τους. “Πώς κάνουν έτσι;” μονολογούσα. “Λογαριασμοί είναι, δεν είναι κηδειόχαρτα. Δεν τρώνε καλύτερα ένα βαζάκι μερέντα να γλυκαθεί το μέσα τους; Δες εγώ – για να τρώω τις μερέντες δυο-δυο δεν με ρίχνει τίποτα, ούτε άνεμος δώδεκα μποφώρ.”

Επίσης, ως μοναχοπαίδι, είχα μάθει από νωρίς όχι απλώς να απολαμβάνω τις σπατάλες των γονιών μου, αλλά και να αρμέγω ακόμα περισσότερες, κυρίως με τις επιδόσεις μου στο σχολείο και τις ξένες γλώσσες. Επί παραδείγματι, σε αντίθεση με τα περισσότερα παιδιά που παίρναν δώρα είτε Χριστούγεννα ή Πρωτοχρονιά – άντε να τα σπάζανε στα δύο – εγώ απαιτούσα φουλ δώρα και Χριστούγεννα, και Πρωτοχρονιά, και 2 του Γενάρη που ’ναι τα γενέθλιά μου. Όσο για τα ίδια τα λεφτά, όσο ήμουν στο δημοτικό μεταφράζονταν αυτομάτως σε πράγματα απ’ το ψιλικατζίδικο: παγωτά, σοκολατούχο γάλα, σκορδάκια (αυτά που σκάνε και χέζεσαι πάνω σου και λες «Ουστ, σκατόπαιδα!»), κόμιξ, τσίχλες, πατατάκια κ.ο.κ. Από μόνα τους, τα χαρτονομίσματα και τα κέρματα δε μου λέγαν τίποτε, προφανώς επειδή δεν έμεναν στα χέρια μου αρκετά για να τα περιεργαστώ και να αναρωτηθώ πώς βγαίνουν και τι θυσίες απαιτούν. Η αθωότητα της παιδικής ηλικίας: ευλογία και κατάρα.

Κι έπειτα ήρθε το γυμνάσιο, και το χαρτζιλίκι έγινε καθημερινή ανάγκη, διότι έτσι κι έβγαζες σπιτικό σάντουιτς αντί ν’ αγοράσεις τυρόπιτα της συμφοράς απ’ το κυλικείο, γινόσουν αυτοστιγμεί παρίας κι αποχαιρετούσες για πάντα κάθε ελπίδα κοινωνικοποίησης. (Ενώ εμένα η πλήρης ακοινωνησία μου προέκυψε απ’ το ακριβώς αντίθετο πρόβλημα: ότι προτιμούσα τα χοτ-ντογκ και τα κρουασάν σοκολάτα του κυλικείου απείρως περισσότερο απ’ τις αθλοπαιδιές, και μάλιστα μ’ άρεσε να τα καταβροχθίζω στην απομόνωση της τεράστιας και παντέρμης βιβλιοθήκης, όπου δεν υπήρχαν κακόβουλα μάτια να με δουν να πασαλείβομαι και ν’ ακούσουν τα θηριώδη ρεψίματα και βογκητά μου. Ε, κι άπαξ κι έγκωνα από κανονική τροφή, έριχνα κι ένα πνευματικό κολατσό διαβάζοντας κανάν Τ.S. Eliot που είναι ένα κι ένα για τη χώνεψη. Βέβαια το χαρτζιλίκι είχε κι άλλες χρήσεις, όπως το σινεμά, τα σιντιά Χατζιδάκι/κλασικής, και τα adventures που έπαιζα μετά μανίας, συχνά βαρώντας δεκάωρα στον υπολογιστή ψάχνοντας την μαγεμένη τιάρα που θα με μεταμόρφωνε από ταπεινή ψαροπούλα σε λαμπερή πριγκηπέσσα του Ντάβενπορτ (σεξουαλικός προσανατολισμός δεδομένος και μη αναστρέψιμος). Τα βιβλία δεν μου κόστιζαν τίποτε, αφ’ ενός διότι τα περισσότερα τα δανειζόμουν απ’ τη βιβλιοθήκη (και τα επέστρεφα σε αρίστη κατάσταση, με κομματάκια φύλλο, τυρί, σπανάκι ή κιμά ανάμεσα στις λαδωμένες σελίδες – είναι πασίγνωστο ότι η βαριά κουλτούρα ανοίγει την όρεξη), ή μου τ’ αγόραζαν οι γονείς μου χύμα, ασχέτως χαρτζιλικιού, διότι τα βιβλία είναι επένδυση και μ’ αυτά οικοδομείς το μέλλον σου (άλλο που εγώ είχα τσακίσει τον Στίβεν Κινγκ, που τον διάβαζα κάθε βράδυ με το μικρό μου πορτατίφ κι έκλανα ρέβες και γλυκοπατάτες απ’ το φόβο). Τέλος, ο εφηβικός οικονομικός βραχνάς του καπνίσματος δεν με έπληξε ποτέ, καθώς και ο μπαμπάς και η μαμά κάπνιζαν σαν τον καρβουνιάρη, οπότε τι πιο εύκολο απ’ το να σουφρώσεις δέκα-δεκαπέντε τσιγάρα την ημέρα απ’ τα έξι πακέτα που περιφέρονται;

…more

 

Tags: ,

Γεννήθηκα τύφλα

protagon.grτου Αύγουστου Κορτώ

Είναι γνωστό κι επιστημονικώς τεκμηριωμένο ότι ο άνθρωπος από αρχαιοτάτων χρόνων, στον αγώνα του να ξορκίσει το φάσμα της θνητότητας που επικρέματο πάνω του σαν απλήρωτος λογαριασμός της ΔΕΗ, αποζητούσε την τέρψη της λησμονιάς – ή, για να το θέσω κάπως πιο εκλεπτυσμένα, έκανε ό,τι περνούσε απ’ το χέρι του για να γίνεται κουρούμπελο.

Στη Γένεση, λόγου χάρη, μαθαίνουμε την ιστορία του μπαρμπα-Νώε, τον οποίον ο Θεός επέλεξε ως ενάρετο άνθρωπο για να τον σώσει απ’ τον Κατακλυσμό (που πρέπει να’ ταν κάτι σαν μια τυπική μέρα στο Σιάτλ). Και τι κάνει ο Νώας με το που αράζει η κιβωτός στο Αραράτ; Ανακαλύπτει την άμπελο, γίνεται τούρνα, και την πετάει απ’ έξω σαν τον τελευταίο περιστερά. Σύμφωνα με μιαν άλλη εκδοχή, την άμπελο την φυτεύει παρέα με τον Σατανά, ενώ μια τρίτη βερζιόν μας λέει ότι ο Νώε, άπαξ κι έγινε κόκκαλο, όχι μόνο έβγαλε στη φόρα τη λουκανίκα του, αλλά την άρπαξε κι άρχισε να κυνηγάει τις νύφες του να τις βατέψει.

Επίσης, όπως μου αφηγήθηκε πρόσφατα μια φίλη μου διαβασμένη και ουχί ανιστόρητη σαν εμένα, το ψωμί ανακαλύφθηκε κατά λάθος, ως παραπροϊόν της μπίρας. Όπου οι Μεσοποτάμιοι σου λέει, είχαν πάρει πρέφα ότι το κριθάρι δεν είναι μόνο για να το κολατσίζουν τα γουρούνια (ή, σύμφωνα με την μεσοποτάμια προφορά, γ’ρούνια), αλλά ότι έφκιανε κι ένα πράμα αφρισμένο, που το’ πινες και φτιαχνόσουν κι έβλεπες τη γυναίκα σου τη φακλάνα και την περνούσες για τη θεά Ιστάρ – άλλο που μετά σ’ έπιανε πρήξιμο, ρέψιμο και τσίσι. Κάποιος λοιπόν που’ χε χωθεί μες στη βαρέλα για να πιει τα κατακάθια ο λυσσάρης, είδε ότι στον πάτο το αγγείο είχε πιάσει ένα πράμα σκληρό, που άμα το’ κανες λίγο παπάρα τρωγόταν ωραιότατα. Έτσι ανακαλύφθηκε το παξιμάδι ως μεζές (για τη λακέρδα δε γνωρίζω). Τουτ’ έστιν, η ανθρωπότης πρώτα γύρεψε το μεθύσι και μετά το ψωμί.

Όλα αυτά φυσικά δεν τα λέω για να δικαιολογήσω την δική μου μακρά και τρικυμιώδη σχέση με το αλκοόλ. Ή, τώρα που το ξανασκέφτομαι, γι’ αυτό ακριβώς τα λέω. Διότι, άμα τα τσούζαν οι αρχαίοι, εμείς οι νέοι θα κωλώσουμε; Ποτές.
Ωστόσο έχω ακόμα μια δικαιολογία: ότι το πρώτο μου μεθύσι το’ κανα πριν καν γεννηθώ, τη νύχτα που ο καριόλης ο Εγκέλαδος επισκέφθηκε τη γενέτειρά μου τη Σαλονίκη…

Καθόντουσαν που λέτε οι γονείς μου, κι έβλεπαν αμέριμνοι ένα σίριαλ με τον Γιώργο Φούντα, όταν ξάφνου το πάτωμα και η πολυκατοικία ολάκερη άρχισε να τρέμει σαν εξαώροφο ντίλντο. Το ταβάνι σκίστηκε, το σύνθετο έπεσε και διαλύθηκε (ευτυχώς, γιατί δεν υπάρχει πιο απαίσιο πράμα απ’ το ελληνικό σύνθετο των 70’s), και η έρμη η μάνα μου, που έτρεμε τους σεισμούς, βρέθηκε φαρδιά-πλατιά στο πάτωμα – και ήταν και με την κοιλιά τούρλα η καψερή, και δεν ήξερε ότι εγώ μέσα γούσταρα όπως όταν άκουγε Boney M κι έριχνα τρελό ενδομήτριο χορό.

Η μετέπειτα τραγωδία που έπληξε την συμπρωτεύουσα, με τους κοντά 50 νεκρούς και τα αντίσκηνα στο Λευκό Πύργο είναι πράγματα γνωστά. Εκείνο ωστόσο που δεν είναι γνωστό είναι ότι εκείνο το επάρατο βράδυ, η μανούλα μου, που απ’ τη μέρα που συνέλαβε είχε κόψει το τσιγάρο και τα οινοπνευματώδη μαχαίρι, τη νύχτα του μεγάλου σεισμού, για να στανιάρει απ’ το σοκ, κατέβασε μισή μπουκάλα ουίσκι. Άρα το πρώτο μου ποτό (τα πρώτα πέντε-δέκα μη σου πω) τα’ πια με τον ομφάλιο λώρο καλαμάκι. Μπορεί αυτό να εξηγεί πολλά, μπορεί και τίποτα – εξάλλου, καίτοι μπεκρής ανίατος, το ουίσκι δε θέλω μήτε να το δω.

Το θέμα είναι ότι ο σπόρος του κακού είχε φυτευθεί, και σύντομα άρχισε να βλασταίνει. Καθ’ ότι, στο επόμενο σύνθετο που αγοράστηκε για το σαλόνι μας, (αμετανόητη ακαλαισθησία) μία απ’ τις βιτρίνες περιείχε διάφορα λικέρια, ανάμεσά τους κι ένα Eoliki μπανάνα. Εγώ δε, ως μπέμπης παχιός και φαγανός, τις μπανάνες τις λάτρευα πιότερο κι από μαϊμού λιμασμένη. Κι όπως είχα μάθει να περπατάω και να σκαλίζω και να κάνω ζημιές, ένα βράδυ που’ μεινα για πέντε λεπτά ανεπίβλεπτος, σκαρφάλωσα στο σύνθετο, άνοιξα τη βιτρίνα, άρπαξα το μπουκάλι που το’χα κιαλάρει ένεκα η μπανανίτσα στην ετικέτα, κι αποπειράθηκα να ξεβιδώσω το καπάκι. Κι όταν δεν τα κατάφερα, έτρεξα στην κουζίνα σκούζοντας: «Μαμά! Θέλω μπανάνα!» Στην πραγματικότητα μπάτσα ήθελα, αλλά η συχωρεμένη ήταν της σχολής του Σάμερχιλ, κι άφηνε το ατίθασο πνεύμα μου ατιμώρητο – γι’ αυτό και 30 χρόνια μετά με παρακολουθούν δύο ψυχίατροι –, οπότε όχι μόνο δε με μάλωσε, αλλά για να μην τη γανιάσω, άνοιξε το μπουκάλι, άφησε να στάξουν δυο-τρεις σταγόνες στο δάχτυλό της και μου το’ δωσε να το πιπιλήσω. Το αποτέλεσμα μπορείτε να το φανταστείτε: το ίδιο βράδυ η μάνα ξύπνησε αλαφιασμένη, νομίζοντας ότι μπήκε στο σπίτι ληστής βιτσιόζος και της γλείφει τον δείκτη – ενώ φυσικά ήμουν εγώ, και οι φρούδες ελπίδες μου ότι ο μητρικός δάκτυλος θα εξακολουθούσε να’ χει γεύση μπανάνας που καίει γλυκά-γλυκά στο λαιμό…

Λίγα χρόνια μετά, η διεύθυνση του δημοτικού σχολείου όπου φοιτούσα είχε την εμπνευσμένη ιδέα να πάει τα οκτάχρονα εκπαιδευτική εκδρομή στο ποτοποιείο που είχε ο πατέρας ενός μαθητή. Όπως ήταν επόμενο, μέχρι να ολοκληρωθεί η τσάρκα στο αποστακτήριο, οι μισοί μαθητές είχαν γίνει κουδούνια απ’ τις αναθυμιάσεις – ωστόσο, για να εμπεδώσουμε τον εκπαιδευτικό χαρακτήρα της επίσκεψης, φεύγοντας ο καθείς μας πήρε από μερικά μπουκαλάκια με ηδύποτα, με την δια ροπάλου διευκρίνιση ότι προορίζονταν για τους γονείς μας. (Έδεσαν τον γάιδαρο στο μαρούλι, που’ λεγε κι ο παππούς μου). Μέχρι να μας γυρίσει το πούλμαν σπίτια μας, η συντριπτική πλειονότητα των πιτσιρικιών, που εννοείται ότι είχαν πιει τα ποτά μονορούφι, ξερνοβολούσε σαν τη Χάρυβδη με χανγκόβερ. Εκτός από ένα πιτσιρίκι, τροφαντό, ανθεκτικό, και εμβαπτισμένο στη μαρμίτα με το πιοτί, που αφού είχε πιει το Δούναβη χωρίς την παραμικρή παρενέργεια (αν εξαιρέσουμε το γεγονός ότι τραγουδούσα τον ‘Κυρ Αντώνη’ με στεντόρεια φωνή), πήγαινε από συμμαθητή σε συμμαθητή κι αποσπούσε τα άπιωτα μπουκαλάκια απ’ τα ημιαναίσθητα χέρια τους. Η υπόλοιπη μέρα έχει διαγραφεί πλήρως απ’ τη μνήμη μου, αλλά σύμφωνα με τα λεγόμενα της μητέρας μου εξακολούθησα να άδω μεγαλοφώνως όλο τον Χατζιδάκι που’ χα ακούσει απ’ την κούνια, μέχρι που ξαφνικά κατέρρευσα στη βελέντζα του δωματίου μου και ξεράθηκα για δώδεκα ώρες σερί.

…more

 

 

Tags: ,

«”Νέστορα αγάπη μου, εγώ το αποφάσισα, η δική μου μοίρα είναι ο θάνατος. Θες να με ακολουθήσεις;”  Υποθέτω πως δεν ήθελε, γιατί δεν έμαθα νέα του έκτοτε…»

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ΚΟΡΤΩ «Αυτοκτονώντας ασύστολα»

 

Tags: , , ,

Το πρόβλημα της κυρίας Σούλας

protagon.gr | του Αύγουστου Κορτώ

Στην Ειρήνη Αποστολάκη…

«Είμαι πολύ προβληματισμένη…»
«Πάντως δεν μας παίρνει ν’ανακατευτούμε.»
«Ε, πώς, για… ξένες είμαστε; Γειτόνισσες είμαστε. Τα παιδιά μας μαζί μεγαλώσανε.»
«Εκτός απ’του Θανάση.»
«Άσε, μη μου το θυμίζεις αυτό… το κακόμοιρο…»
«Βρέ Πόπη;»
«Τι;»
«Μήπως παίρνουμε αμαρτία; Στο κάτω – κάτω, κοτζάμ αστυνομία δεν μπόρεσε να το βρεί. Μήπως τα παραλέμε κι εμείς;»
«Τι να σου πώ Μαίρη μου, εγώ γιατρός δεν είμαι, αλλά να, κι ο γιατρός, είδες τι είπε.»
«Ναι, αλλά άμα ήταν, δε θα της έκανε μήνυση ο Θανάσης;»
«Σάματι μπορούσε; Χωρίς ίχνη τι μήνυση να κάνει; Τίποτα δε βρήκανε αφού.»
«Εγώ τον καημένο τον Προκόπη σκέφτομαι… δεν του φτάνουν οι σκοτούρες του με την κόρη στην Αγγλία και το γιό – »
«Μη μου πείς; Είναι κι ο γιός;;»
«Όχι καημένη, προς Θεού, μάνα του είναι! Άλλο νταλγκά τραβάνε με δαύτονε… είναι από εκείνους!»
«Πουλάκι μου κι αυτό, έλα μωρέ, μη λές, ποιος ξέρει τι βάσανα πέρασε κι αυτό το δόλιο για να γίνει έτσι…»
«Θαρρείς και τους καταράστηκαν τους ανθρώπους… η κόρη στην ξενητειά, ο γιός… κόρη, κι η μάνα…»
«Την καψερή τη Σούλα… κι είναι καλός άνθρωπος.»
«Μάλαμα.»
«Και νοικοκυρά, και μετρημένη…»
«Μα να τη βρεί τέτοιο κακό στα καλά καθούμενα;»
«Ο γιατρός πάντως ήταν της γνώμης ότι το έπαθε στο Περτούλι.»
«Που είχανε πάει για Πάσχα;»
«Ναι, πέρσι. Είχε βγεί, λέει, να μαζέψει ρίγανη, και τη βρήκε η νύχτα.»
«Καλά, φυτρώνει ρίγανη στο Περτούλι;»
«Ξέρω κι εγώ; Εγώ έτοιμη την παίρνω, πού καιρός για τέτοια… δε με κρατάνε και τα πόδια μου, όλο πρησμένη είμαι.»
«Μήπως φταίνε τα χάπια της πιέσεως;»
«Όχι, αυτά είναι για να ξεπρήζομαι. Από τότε που μου κόπηκαν τα έμμηνα το παθαίνω. Ένα πράμα, μια κόρωση… φουντώνω και πρήζομαι.»
«Μωρέ αυτά δεν είναι τίποτα. Κι εγώ με τη χολή μου χρόνια ταλαιπωρούμαι, ένα βράδυ να ξεχαστώ και να φάω, με σταυρώνει…»
«Άλλα είναι τα δύσκολα.»
«Άτιμη αρρώστια… ο καημένος ο Προκόπης θ’αγιάσει εκεί μέσα.»
«Και την κλειδώνει σου είπε;»
«Τι να κάνει ο άνθρωπος; Το θέλει; Καίγεται η καρδιά του να την ακούει, αλλά μήπως μπορεί και να την αφήσει λεύτερη; Αφού γίνεται θηρίο ανήμερο, δεν τη χωράει ο τόπος. Τον περασμένο μήνα τά’σπασε όλα, γής μαδιάμ τη βρήκε την κρεβατοκάμαρα το πρωΐ. Μέχρι το κρεβάτι ξέχωσε, έσκισε το στρώμα και χύθηκαν τ’αφρολέξ και οι σομιέδες.»
«Τι λές βρε παιδάκι μου; Τέτοια λύσσα… Κοίτα να δείς… Κι άμα δεν το ξέρεις, δεν τη λές άρρωστη τη γυναίκα.»
«Είναι τα χάπια. Άμα δεν τα πάρει, αλλοίμονό μας. Προχθές που είχε κλείσει το φαρμακείο, της Παναγίας – βοήθειά μας – κι είχε ξεμείνει ο έρμος ο Προκόπης κι έτρεχε να βρεί εφημερεύον, αφήνιασε από πάνω. Την άκουγα, ύπνος δε μ’έκοβε απ’τη λαχτάρα. Δεν άφησε ούτε πιάτο, ούτε ποτήρι άσπαστο.»
«Ο Θεός να μας φυλάει απ’το κακό κι απ’το άδικο.»
«Αμα τι άδικο; Και να πείς, είχε πειράξει άνθρωπο στη ζωή της η Σούλα; Χρυσό κορίτσι! Και της εκκλησίας…»
«Τώρα έρχεται καθόλου; Γιατί έχω καιρό να τη δώ.»
«Ντρέπεται, μωρέ η κακομοίρα, αφού δε βλέπεις; Δε βγαίνει μήτε στη λαϊκή να πάει. Λέει κι ο καθένας το μακρύ του και το κοντό του, και την έχουνε πάρει από φόβο. Της διπλανής το μωρό έτσι και την δεί στα εκατό μέτρα βάζει κραυγή.»
«Μήπως έχουνε δίκιο βρε Πόπη μου; Μήπως κινδυνεύουμε;»
«Τι να σου πώ; Με τα χάπια υποτίθεται ότι γίνεται αρνάκι.»
«Ναι, αλλά όταν την πιάνει το αλλιώτικο, δεν έχει ησυχασμό. Κι η κοπέλα που τους έφυγε, θυμάσαι τι λέγανε;»
«Έλα μωρέ, λόγια, αυτά η Θέρα τα βγάζει, που τις λέει όλες πουτάνες. Και για σένα ξέρεις τι έχει πεί κατά καιρούς;»
«Τι έχει πεί για μένα;»
«Άντε βρε Μαίρη, να χαρείς, θαρρείς κι είσαι καμμιά αγαθιάρα… Δε θυ-μάσαι πού’βαζε όλο φυτιλιές στο μακαρίτη το Νίκο σου, ότι τάχαμου τά’φκιανες όλα αλμυρά να τον ξεκάνεις μια ώρα αρχύτερα;»
«Τόλμησε να πεί για μένα τέτοιο πράμα, αυτή η ακαμάτρα, που άντρα δεν μπόρεσε να βρεί επειδή το σπίτι της ζέχνει που το’χει απάστρευτο; Που δεν ξέρει νερό να βράσει;»
«Οχού… κι εσύ τώρα συνερίζεσαι της γεροντοκόρης τα λόγια.»
«Πάντως αυτό το κορίτσι λόγο να πεί ψέμματα δεν είχε. Ρουμάνα μεν, αλλά καλό και φιλότιμο πλάσμα. Εγώ απ’την Πίτσα τά’μαθα, που της καθαρίζει κάθε δεκαπέντε. Λέει ότι τη δάγκασε.»
«Η Πίτσα;»
«Ποια Πίτσα καλέ; Η Πίτσα δεν έχει δόντια, μόνο τα μπροστινά και δυό γέφυρες. Η Σούλα τη δάγκασε την κοπέλα.»
«Άντε.»
«Ναι σου λέω, έχει και τα σημάδια. Κόντεψε να της βγάλει αίμα.»
«Κι είναι καλά η κοπέλα τώρα;»
«Τι να κάνει κι αυτό το έρμο; Πορεύεται. Αλλά δεν περνάει από Κυψέλη ούτε με το λεωφορείο. Τρείς και μία της πάει.»
«Εδώ που τα λέμε, εμ να ξενοπλένεις, εμ να σε δαγκάσουν; Και τι της έκανε πιά και τη δάγκασε;»
«Τίποτα. Εκεί που σιδέρωνε και βλέπανε Τατιάνα, ορμάει και της πατάει μια δαγκωνιά, τη μακέλεψε. Πάλι καλά που την πρόλαβε ο Προκόπης και της έκανε την ένεση.»
«Ο Χριστός και η Παναγία.»

…more

 

Tags: , ,

Σαδισμός: η παρεξηγημένη ηδονή

protagon.gr | του Αύγουστου Κορτώ

Κωλοσφιγμένο λέμε τον άνθρωπο που οι εμμονές του δεν τον αφήνουν να χαλαρώσει, αυτόν που κάποια αθέατη εσωτερική φλόγα τον καθιστά παραδόξως παγερό. Υπό αυτόν τον ορισμό, λοιπόν – που σε πολλά σημεία με χαρακτηρίζει – ας ξεδιαλύνουμε μια πρώτη πλάνη: ο Donatien Alphonse François Comte de Sade δεν ήταν ο πατέρας της βινύλ βίτσας με την οποία ροδίζετε το κωλαράκι του αμόρε σας, αλλά φιλόσοφος και λογοτέχνης μέγιστος, το λαμπερότερο ίσως πνεύμα του Διαφωτισμού, κρίνοντας απ’ το πόσο εύστοχα προέβλεψε τη νεκρανάσταση της βδελυρής Αυτοκρατορίας.

Ωστόσο υπάρχει και το κωλοσφίξιμο το κυριολεκτικό – και προτού το αναλύσουμε, ας παραθέσουμε εν τάχει τον ορισμό του σαδισμού, όπως απαντάται σε τόμους ψυχιατρικής και ιατροδικαστικής (ιδίως γαλλικούς). Σαδισμός λοιπόν, είναι η άντληση ηδονής, σεξουαλικής ή μη, από την πρόκληση πόνου στο ερωτικό αντικείμενο, που μπορεί να είναι ένας διακριτός ερωτικός σύντροφος, ή ακόμα και ο ίδιος ο εαυτός. Ο σαδισμός τώρα χωρίζεται σε δύο κατηγορίες: τον μεγάλο και τον μικρό. Στο μεγάλο σαδισμό μπορούμε να έχουμε παιδάκια που τυραννούν άλλα παιδάκια, πλακώνοντάς τα στο ξύλο και κατουρώντας τα (καψόνια στη διάρκεια των οποίων είναι καυλωμένα), άνδρες που βιάζουν κατ’ εξακολούθηση τις συζύγους τους, ή – λατρεμένη περίπτωση – το φαινόμενο ενός Γάλλου κρεοπώλη των αρχών του 20ου αιώνα, ο οποίος, αφού πειραματίστηκε αυνανιζόμενος με ό,τι γάντζο βοδιού και μπαλτά είχε πρόχειρο, έδωσε τέλος στη ζωή του με μία τεράστια μαλακία (κυριολεκτικά και μεταφορικά), στο αποκορύφωμα της οποίας κάρφωσε μια πρόκα να με το συμπάθιο στην κεφάλα του.

Κι ο μικρός σαδισμός; Αυτός υπάρχει στη ζωή μας σε τέτοια συχνότητα, που θα μπορούσε κανείς να πει πως είμαστε όλοι μα όλοι διεστραμμένοι.

Κι επιστρέφουμε στο κωλοσφίξιμο. Ασφαλώς θα σας έχει τύχει, ή μάλλον θα έχετε οι ίδιοι επιδιώξετε αυτή την ηδονή, έστω κι αν δεν είναι απ’ τα πράγματα που συζητιούνται over drinks: το πρωινό αυτό αίσθημα, μετά τον πρώτο καφέ και τα δυο-τρία τσιγάρα, όπου νιώθεις την κουράδα έτοιμη να ξεπροβάλλει και να σου πει καλημέρα, αλλά εσύ πας και βάζεις δεύτερο καφέ κι ανάβεις κι άλλο τσιγάρο, διότι το αίσθημα αυτό της πίεσης, της σαρκικής απόγνωσης του απευθυσμένου που εκλιπαρεί να αδειάσει, σε φτιάχνει απερίγραπτα. Το ίδιο μπορεί να συμβεί με το κατούρημα ή την πείνα, τη νύστα, και, βεβαίως, τον οργασμό, με την απάνθρωπη πολλές φορές παράτασή του, όχι μόνο για να γίνει πιο εκρηκτικός – πολλές φορές μάλιστα οι απανωτές αναβολές στο τέλος τον καθιστούν χλιαρό και κουρασμένο – αλλά γιατί μας αρέσει, πάνω στο ζενίθ της μαλακίας ή του πηδήματος, στο αμήν, όταν πια το έρμο το κορμί ικετεύει Άσε με να χύσω! εμείς να του λέμε Βούλωσ’το! διότι η επώδυνη ηδονή της χρονοτριβής – με τον πούτσο σχεδόν γδαρμένο απ’ το πάνω-κάτω μέσα-όξω και τα μουνόχειλα να βαράνε καστανιέτες – είναι ακαταμάχητη.

Οπότε, κάθε φορά που σας λένε για σαδισμό, να θυμάστε, μεταξύ άλλων, το δόντι εκείνο με το παλιό σφράγισμα, που ήθελε επειγόντως απονεύρωση, που δεν το’ πιαναν πλέον τα αναλγητικά και τα αντιφλεγμονώδη, κι ωστόσο δε λέγατε να κλείσετε ραντεβού με τον οδοντίατρο, όχι γιατί φοβάστε τον τροχό, αλλά για να μη χάσετε την οδυνηρή καύλα του να πιέζεις με τη γλώσσα το σάπιο δόντι και το πρησμένο ούλο, δέκα, είκοσι, εκατό φορές τη μέρα…

…more

 

Tags: , , , , ,

Δόξα και τιμή στο ιεραποστολικό!

(Κατακρήμνιση ερωτικών μύθων βασισμένη σε τραγελαφικές εμπειρίες του γράφοντος) | του Αύγουστου Κορτώ | protagon.gr

Στα όρθια. Κατ’ αρχάς, πρέπει να’ χεις κουράγιο κι αντοχή, ειδάλλως, στις 4 το πρωί και ντίρλα, λόγου χάρη, δεν κρατιέται τίποτε όρθιο. Επίσης απαιτεί αρμονία μεταξύ κλίσης φαλλού και οπής εισόδου, τουτέστιν οι παρτενέρ είναι καλό να μην έχουν μεγάλη διαφορά ύψους και σοβαρές ανατομικές αποκλίσεις, διότι το αποτέλεσμα είναι σαν να βλέπεις τον Κουασιμόδο ν’ ανεβαίνει στο καμπαναριό της Notre Dame αγκομαχώντας και κλάνοντας.

Το καθιστό, ή καβάλα παν στην εκκλησιά. Χρειάζεται προσοχή, σύνεση και ουχί πρεμούρα λαγού, διότι παραμονεύουν κι ατυχήματα όπως το κάταγμα πέους, που, ναι, είναι τόσο φρικαλέο όσο ακούγεται. Επιπλέον, θέλει στιβαρό κάθισμα, για να μη βρεθείς με τα μεριά σου σφηνωμένα σε σκισμένη ψάθινη καρέκλα, η οποία κατόπιν μπορεί να καταρρεύσει μαζί με το όλο σύμπλεγμα, προκαλώντας φονικής εντάσεως κουτουλιά μεταξύ των συνευρισκομένων.

Πάρε με στα πατώματα, βάρα με στα μωσαϊκά. Πρώτον, τα παλιά ξύλινα πατώματα είναι γεμάτα φονικές σκλήθρες. Δεύτερον, στο δεκάλεπτο οι γάμπες πιάνονται, μουδιάζουν κι αρχίζουν να παθαίνουν κράμπες. Τρίτον, τόσες χιλιάδες χρόνια πολιτισμού, που οδήγησαν σε ανατομικά στρώματα, υποστρώματα, ανθυποστρώματα κι ερύχωρους καναπέδες, κι εσείς ακόμα κυλιέστε καταγής σαν τη γουρούνα στον οίστρο; Κι επιπλέον, πότε ήταν η τελευταία φορά που βάλατε σκούπα;

Στην μπανιέρα δυο-δυο. Αφ’ ενός, χρειάζεσαι κλειστή ντουζιέρα ή μπανιέρα εξόχως ευρύχωρη, διότι σούρνονται κι ατυχήματα – όπως το να σου χωθεί η καυτή βρύση του ζεστού στη χωρίστρα, να γλιστρήσεις και να πιαστείς απ’ την κουρτίνα και να σαβουρντιστείς στα πλακάκια σαν την Μάριον Κρέιν άπαξ και την έφαγε ο Ψυχώς, ή να σου φύγει το τηλέφωνο του ντους σαν μαινόμενος όφις και να σου κάνει καρούμπαλο, να σου κάψει τα καλαμπαλίκια, και να σου κάνει το μπάνιο κώλο.

Τα πασαλείμματα με εδώδιμα-αποικιακά. Ας όψονται οι εννιάμισι ρουφιανο-βδομάδες και οι γελοιότητες που έχουν εμπνεύσει. Κατ’ αρχάς, έχουμε το θέμα της θερμοκρασίας – άμα τα βγάλεις απ’ το ψυγείο σου παγώνουνε τα ούμπαλα, κι άμα τα ζεστάνεις στα μικροκύματα σου τσουρουφλίζουν τα απαυτά. Χώρια που, για να κάτσει φάση αισθησιακή και ουχί εμετική με σιρόπι σοκολάτας, ζελεδάκι, τιραμισού, λιωμένο μπλε τυρί ή γλυκό μελιτζανάκι, οι σύνευνοι δεν πρέπει να’ χουν ούτε μισή τρίχα πάνω τους, ειδάλλως το σεξ καταντάει αηδία, έρχεται και κολλάει η ευαίσθητη περιοχή στα πλακάκια της κουζίνας, το εφήβαιο κρουσταλλιάζει απ’ το μέλι, κι εκεί που θες να νιώσεις γυναίκα, ξαφνικά σου ’ρχεται να φωνάξεις γυναίκα για λάτρα.

Πάνω στην άμμο την ξανθή. Η άμμος έχει τις εξής τέσσερις ιδιότητες: καίει, παγώνει, είναι σκληρή κι ανένδοτη σαν τη μοίρα, κι έχει την τάση να χώνεται ΠΑΝΤΟΥ. Οπότε εκεί που ξεκινάς το μπαλαμούτιασμα στο λυκόφως, ξαφνικά αρχίζουν να ψύχονται τα εργαλεία, η ραχοκοκκαλιά διαμαρτύρεται διότι είναι σαν να την κοπανάς σε μνήμα, κι επιπλέον, λίγο ο ιδρώτας, λίγο τα λοιπά σωματικά υγρά και λίγο η νοτισμένη αμμούδα, στο δεκάλεπτο τα απόκρυφα της χανούμ και το γιαταγάνι του αγά έχουν μπουκώσει και κάνουν χριτς-χρατς και γδέρονται και πονούν, και βλαστημάς την ώρα και τη στιγμή και το αναθεματισμένο το σούρουπο, γιατί στο μεταξύ έχει σκοτεινιάσει κι άντε βρες τη μαύρη δαντελωτή κυλότα δια της αφής, ενόσω οι μύκητες εντός πανηγυρίζουν την ίδρυση νέας κολπικής αποικίας.

Δεν το ξανακάνω σε Autobianchi. Λοιπόν. Όλα αυτά τα σεξουαλικά που βλέπουμε στις αμερικάνικες ταινίες, όπου το ένα στα δύο παιδιά έχει συλληφθεί μεταξύ τιμονιού και παρμπρίζ, οφείλονται στο γεγονός ότι τα αμερικάνικα αμάξια του πάλαι ποτέ είχαν ένα μεγάλο, απλόχωρο, εννιαίο μπροστινό κάθισμα, κι άλλο ένα πίσω, και κατά συνέπεια προσφέρονταν για γονιμοποίηση, παρτούζα, ή ακόμα και για γκρουπάκι ταντρικής γιόγκα. Όμως στο σημερινό αυτοκίνητο, ένα σωρό κίνδυνοι ελλοχεύουν, με πρώτο και κυριότερο το θανατηφόρο δίδυμο λεβιέ ταχυτήτων/χειρόφρενο, το οποίο εγγυημένα θα σου θερίσει μπούτια, κωλομάγουλα, γόνατα, αγκώνες και κότσια, χώρια που μπορεί να σφηνωθεί σε καμιά φιλόξενη οπή και ν’ ακουστούν οι τσιρίδες σου μέχρι το Νοβοσιμπίρσκ. Επιπλέον, έχεις το ρίσκο της ερημικής καβάντζας, όπου εκτός απ’ τα ζευγαράκια που θολώνουνε τα τζάμια συχνά περιφέρονται και διάφοροι στραβοχυμένοι ματάκηδες, κι εκεί που κάνεις τη δουλειά σου ήσυχα-ήσυχα ξάφνου γυρνάς και βλέπεις μια μούρη κολλημένη στο τζάμι με το μάτι γουρλωτό και το χέρι στον καβάλο, και κλάνεις υαλότουβλα απ’ το φόβο.

Κούνια-μπέλα στην αιώρα. Χωρίς σχόλια. (Μα στην αιώρα; Η λύσσα σας!)

…more

 

Tags: , ,

 
%d bloggers like this: