RSS

Παθήματα ανατομίας

23 Nov

του Αύγουστου Κορτώ | protagon.gr

Όπως όλα τα παιδάκια, όταν ήμουν μικρός και το μέλλον φάνταζε στα αθώα μου μάτια μακρινό και μαγικό σαν όνειρο (διότι κανείς δεν μου’χε εξηγήσει ακόμα τι εστί ΤΕΒΕ), φανταζόμουν συχνά-πυκνά τον ενήλικο εαυτό μου σε ποικίλα εφετζίδικα επαγγέλματα.

Στα πλαίσια της μεγαλομανίας που με χαρακτηρίζει εκ γενετής (σαν ελιά ένα πράγμα, αλλά φιλόδοξη ελιά, που όταν μεγαλώσει θέλει να γίνει Σημίτης), το πρώτο μου φαντασιωσικό επάγγελμα ήταν αυτό του πρωθυπουργού – όνειρο που κράτησε μέχρι που είδα στην τηλεόραση τα είκοσι πρώτα δευτερόλεπτα μιας προεκλογικής ομιλίας, οπότε κι αποφάσισα ότι η πολιτική ήταν υπερβολικά βαρετή για το φλογερό μου τεμπεραμέντο. Δια της μεθόδου του αποκλεισμού είχα εγκαταλείψει και κάθε ελπίδα συνέχισης του πατρικού επαγγέλματος – της οδοντιατρικής –, καθώς η φύση με είχε προικίσει με δόντια μεσόκοπης λονδρέζας πόρνης του 19ου αιώνα, και είχα σφαδάξει αρκετές φορές στην καρέκλα του μπαμπά, και δεν είχα καμία διάθεση να περάσω τη ζωή μου με τα χέρια χωμένα σε στόματα ανθρώπων που μουγκρίζουν, χτυπιούνται, κι ενδεχομένως, άμα δουν τα ζόρια, δαγκώνουν κιόλας. Κατά παρόμοιο τρόπο είχα αποκλείσει και κάθε ενδεχόμενο καριέρας στον αθλητισμό, διότι λόγω σωματότυπου το μόνο άθλημα στο οποίο θα μπορούσα να συμμετάσχω ήταν το ποδόσφαιρο, κι όχι ως ποδοσφαιριστής αλλά ως μπάλα.Το πρώτο επάγγελμα που αντιμετώπισα με σοβαρές βλέψεις ήταν αυτό του αρχαιολόγου, έπειτα από μια σχολική επίσκεψη στο μουσείο, όπου είχα δει τα απερίγραπτης ομορφιάς ευρήματα του Μανόλη Ανδρόνικου. Για μέρες μετά την επίσκεψη, φανταζόμουν την υφήλιο να παραληρεί καθώς παρουσίαζα τα απίστευτα ευρήματά μου: απ’ τον τάφο του Μεγαλέξανδρου και το μεταφραστικό λυσάρι του Δίσκου της Φαιστού (ο οποίος υποψιάζομαι ότι στην πραγματικότητα είναι λίστα για ψώνια: τυρί, ρύζι, γάλα, Καμπά, κώνειο για την πεθερά) μέχρι την Ατλαντίδα και το φύλλο συκής που φόρεσε η Εύα μόλις ο Αδάμ αντίκρυσε τον φουντωτό της γάτο και την απεκάλεσε τριχωτή. Ωστόσο, κι αυτό το όνειρο έμελλε να λήξει άδοξα, καθώς πριν περάσει καιρός είδα τον Ιντιάνα Τζόουνς και τον Ναό του Χαμένου Θησαυρού, που ’χει εκείνη τη σκηνή όπου χώνονται σ’ ένα τρούπιο ντουβάρι που’ χει μέσα όλο το σόι της μικρής Τερέζας και ποικίλα άλλα μαμούνια – κι επειδή παιδιόθεν έτρεμα τα έντομα, αποφάσισα τελικά ότι η αρχαιολογία ήταν υπερτιμημένη.Έπειτα, στο γυμνάσιο, εξολοθρεύοντας κάθε πιθανότητα κοινωνικοποίησης που δεν είχε ήδη κάνει φτερά εξαιτίας της κατήφειας, της φλωριάς, της μυωπίας και της σφαιρικότητάς μου, γράφτηκα στην χορωδία, όπου (κι άλλη πρόκα στο φέρετρο της ενσωμάτωσής μου στον σκληρό κόσμο των εφήβων) ήμουν σοπράνο, και μάλιστα σοπράνο με φωνή-κρύσταλλο. Οπότε, θεωρώντας πως είχα βρει επιτέλους την κλίση μου, και φαντασιώνοντας πλήθη να χειροκροτούν, να ζητωκραυγάζουν, να βγάζουν αφρούς και να ξεριζώνουν τις βυζότριχές τους με κάθε μου κορώνα, αποφάσισα ότι θα γινόμουν επαγγελματίας υψίφωνος, ή κόντρα-τενόρος. Τότε ακόμα βέβαια δεν ήξερα περί ορμονών και castrati, (πάλι καλά, γιατί με τη ματαιοδοξία που με δέρνει μπορεί να’ χα θυσιάσει τα οικογενειακά τιμαλφή στον βωμό της δόξας και να’χα καταλήξει σαν εκείνον τον τετράπαχο καραφλό καλόγερο στο Όνομα του Ρόδου, που έπνιγε κουνέλια, βίδρες και κάστορες και μιλούσε σαν να είχε φάει την Μπγιορκ και να του ’χε σταθεί στο λαιμό), αλλά η φύση πρόκαμε κι έκανε τα όνειρά μου σκόνη, καθώς στη Δευτέρα Γυμνασίου, μολονότι εξακολουθούσα να είμαι μπουρέκι με πόδια (και πόδι νούμερο 35, λες και μου τα’ χαν δέσει όπως στην Κίνα), η φωνή μου έσπασε κι έγινε ένα αβέβαιο, τρεμουλιαστό πράμα ανάμεσα σε άλτο και τενόρο – κι εγώ τα βρόντηξα, διότι αν δεν μπορούσα να αποθεωθώ τραγουδώντας την άρια της Βασίλισσας της Νύχτας, να το χέσω το σολφέζ και τον Ορλάντο ντι Λάσσο.

Για ένα διάστημα, όπως συμβαίνει σε πολλούς μονόχνωτους κι ερωτικά απελπισμένους εφήβους, αποφάσισα ότι θα γινόμουν ποιητής, καθώς είχα ταλέντο αναντίρρητο στη ρίμα – οπότε και περνούσα όλο το μεγάλο διάλειμμα σκαρώνοντας αθάνατους στίχους (λ.χ. ‘Του έρωτα φορούσες το χνουδωτό μπουρνούζι / Και ήσουν γλυκιά και δροσερή σαν το καρπούζι’  ή  ‘Όταν σε βλέπω, αγάπη μου, η ταραχή με πνίγει / Σαν τον ατάιστο μολοσσό ή κονσέρβα όταν ανοίγει’) οι οποίοι προκαλούσαν ρίγη συγκίνησης και βούρκωμα στις συμμαθήτριές μου που διάβαζαν τα πονήματά μου, θεωρώντας πως ήταν γραμμένα γι’ αυτές (ευτυχώς, δεν είχα μονοπώλιο στην απελπισία). Αυτό κράτησε κανά χρόνο, μέχρι που έπιασα για πρώτη φορά στα χέρια μου τον Άλφρεντ Προύφροκ του Τ.Σ. Έλιοτ, οπότε κατάλαβα τι σημαίνει ποίηση κι εγκατέλειψα το όνειρο να γίνω ο τρίτος Έλληνας νομπελίστας ποιητής.

…more

Advertisements
 

Tags: ,

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

 
%d bloggers like this: