RSS

Το πρόβλημα της κυρίας Σούλας

17 Oct

protagon.gr | του Αύγουστου Κορτώ

Στην Ειρήνη Αποστολάκη…

«Είμαι πολύ προβληματισμένη…»
«Πάντως δεν μας παίρνει ν’ανακατευτούμε.»
«Ε, πώς, για… ξένες είμαστε; Γειτόνισσες είμαστε. Τα παιδιά μας μαζί μεγαλώσανε.»
«Εκτός απ’του Θανάση.»
«Άσε, μη μου το θυμίζεις αυτό… το κακόμοιρο…»
«Βρέ Πόπη;»
«Τι;»
«Μήπως παίρνουμε αμαρτία; Στο κάτω – κάτω, κοτζάμ αστυνομία δεν μπόρεσε να το βρεί. Μήπως τα παραλέμε κι εμείς;»
«Τι να σου πώ Μαίρη μου, εγώ γιατρός δεν είμαι, αλλά να, κι ο γιατρός, είδες τι είπε.»
«Ναι, αλλά άμα ήταν, δε θα της έκανε μήνυση ο Θανάσης;»
«Σάματι μπορούσε; Χωρίς ίχνη τι μήνυση να κάνει; Τίποτα δε βρήκανε αφού.»
«Εγώ τον καημένο τον Προκόπη σκέφτομαι… δεν του φτάνουν οι σκοτούρες του με την κόρη στην Αγγλία και το γιό – »
«Μη μου πείς; Είναι κι ο γιός;;»
«Όχι καημένη, προς Θεού, μάνα του είναι! Άλλο νταλγκά τραβάνε με δαύτονε… είναι από εκείνους!»
«Πουλάκι μου κι αυτό, έλα μωρέ, μη λές, ποιος ξέρει τι βάσανα πέρασε κι αυτό το δόλιο για να γίνει έτσι…»
«Θαρρείς και τους καταράστηκαν τους ανθρώπους… η κόρη στην ξενητειά, ο γιός… κόρη, κι η μάνα…»
«Την καψερή τη Σούλα… κι είναι καλός άνθρωπος.»
«Μάλαμα.»
«Και νοικοκυρά, και μετρημένη…»
«Μα να τη βρεί τέτοιο κακό στα καλά καθούμενα;»
«Ο γιατρός πάντως ήταν της γνώμης ότι το έπαθε στο Περτούλι.»
«Που είχανε πάει για Πάσχα;»
«Ναι, πέρσι. Είχε βγεί, λέει, να μαζέψει ρίγανη, και τη βρήκε η νύχτα.»
«Καλά, φυτρώνει ρίγανη στο Περτούλι;»
«Ξέρω κι εγώ; Εγώ έτοιμη την παίρνω, πού καιρός για τέτοια… δε με κρατάνε και τα πόδια μου, όλο πρησμένη είμαι.»
«Μήπως φταίνε τα χάπια της πιέσεως;»
«Όχι, αυτά είναι για να ξεπρήζομαι. Από τότε που μου κόπηκαν τα έμμηνα το παθαίνω. Ένα πράμα, μια κόρωση… φουντώνω και πρήζομαι.»
«Μωρέ αυτά δεν είναι τίποτα. Κι εγώ με τη χολή μου χρόνια ταλαιπωρούμαι, ένα βράδυ να ξεχαστώ και να φάω, με σταυρώνει…»
«Άλλα είναι τα δύσκολα.»
«Άτιμη αρρώστια… ο καημένος ο Προκόπης θ’αγιάσει εκεί μέσα.»
«Και την κλειδώνει σου είπε;»
«Τι να κάνει ο άνθρωπος; Το θέλει; Καίγεται η καρδιά του να την ακούει, αλλά μήπως μπορεί και να την αφήσει λεύτερη; Αφού γίνεται θηρίο ανήμερο, δεν τη χωράει ο τόπος. Τον περασμένο μήνα τά’σπασε όλα, γής μαδιάμ τη βρήκε την κρεβατοκάμαρα το πρωΐ. Μέχρι το κρεβάτι ξέχωσε, έσκισε το στρώμα και χύθηκαν τ’αφρολέξ και οι σομιέδες.»
«Τι λές βρε παιδάκι μου; Τέτοια λύσσα… Κοίτα να δείς… Κι άμα δεν το ξέρεις, δεν τη λές άρρωστη τη γυναίκα.»
«Είναι τα χάπια. Άμα δεν τα πάρει, αλλοίμονό μας. Προχθές που είχε κλείσει το φαρμακείο, της Παναγίας – βοήθειά μας – κι είχε ξεμείνει ο έρμος ο Προκόπης κι έτρεχε να βρεί εφημερεύον, αφήνιασε από πάνω. Την άκουγα, ύπνος δε μ’έκοβε απ’τη λαχτάρα. Δεν άφησε ούτε πιάτο, ούτε ποτήρι άσπαστο.»
«Ο Θεός να μας φυλάει απ’το κακό κι απ’το άδικο.»
«Αμα τι άδικο; Και να πείς, είχε πειράξει άνθρωπο στη ζωή της η Σούλα; Χρυσό κορίτσι! Και της εκκλησίας…»
«Τώρα έρχεται καθόλου; Γιατί έχω καιρό να τη δώ.»
«Ντρέπεται, μωρέ η κακομοίρα, αφού δε βλέπεις; Δε βγαίνει μήτε στη λαϊκή να πάει. Λέει κι ο καθένας το μακρύ του και το κοντό του, και την έχουνε πάρει από φόβο. Της διπλανής το μωρό έτσι και την δεί στα εκατό μέτρα βάζει κραυγή.»
«Μήπως έχουνε δίκιο βρε Πόπη μου; Μήπως κινδυνεύουμε;»
«Τι να σου πώ; Με τα χάπια υποτίθεται ότι γίνεται αρνάκι.»
«Ναι, αλλά όταν την πιάνει το αλλιώτικο, δεν έχει ησυχασμό. Κι η κοπέλα που τους έφυγε, θυμάσαι τι λέγανε;»
«Έλα μωρέ, λόγια, αυτά η Θέρα τα βγάζει, που τις λέει όλες πουτάνες. Και για σένα ξέρεις τι έχει πεί κατά καιρούς;»
«Τι έχει πεί για μένα;»
«Άντε βρε Μαίρη, να χαρείς, θαρρείς κι είσαι καμμιά αγαθιάρα… Δε θυ-μάσαι πού’βαζε όλο φυτιλιές στο μακαρίτη το Νίκο σου, ότι τάχαμου τά’φκιανες όλα αλμυρά να τον ξεκάνεις μια ώρα αρχύτερα;»
«Τόλμησε να πεί για μένα τέτοιο πράμα, αυτή η ακαμάτρα, που άντρα δεν μπόρεσε να βρεί επειδή το σπίτι της ζέχνει που το’χει απάστρευτο; Που δεν ξέρει νερό να βράσει;»
«Οχού… κι εσύ τώρα συνερίζεσαι της γεροντοκόρης τα λόγια.»
«Πάντως αυτό το κορίτσι λόγο να πεί ψέμματα δεν είχε. Ρουμάνα μεν, αλλά καλό και φιλότιμο πλάσμα. Εγώ απ’την Πίτσα τά’μαθα, που της καθαρίζει κάθε δεκαπέντε. Λέει ότι τη δάγκασε.»
«Η Πίτσα;»
«Ποια Πίτσα καλέ; Η Πίτσα δεν έχει δόντια, μόνο τα μπροστινά και δυό γέφυρες. Η Σούλα τη δάγκασε την κοπέλα.»
«Άντε.»
«Ναι σου λέω, έχει και τα σημάδια. Κόντεψε να της βγάλει αίμα.»
«Κι είναι καλά η κοπέλα τώρα;»
«Τι να κάνει κι αυτό το έρμο; Πορεύεται. Αλλά δεν περνάει από Κυψέλη ούτε με το λεωφορείο. Τρείς και μία της πάει.»
«Εδώ που τα λέμε, εμ να ξενοπλένεις, εμ να σε δαγκάσουν; Και τι της έκανε πιά και τη δάγκασε;»
«Τίποτα. Εκεί που σιδέρωνε και βλέπανε Τατιάνα, ορμάει και της πατάει μια δαγκωνιά, τη μακέλεψε. Πάλι καλά που την πρόλαβε ο Προκόπης και της έκανε την ένεση.»
«Ο Χριστός και η Παναγία.»

…more

Advertisements
 

Tags: , ,

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

 
%d bloggers like this: