RSS

Είμαι ερωτευμένος με τα ράφια σου

03 Oct

του Αυγούστου Κορτώ | protagon.gr

Υπάρχουν άνθρωποι που οργάζουν βλέποντας ένα ζευγάρι παπούτσια στη βιτρίνα, νιώθοντας πως το δαμάλι που’ γινε nappa, πριν παραδώσει το πνεύμα, είχε την εικόνα τους χαραγμένη στο μοσχαρίσιο του μυαλό. Άλλοι και άλλες σκληραίνουν και υγραίνονται με ρούχα – ασχέτως του αν θα τα φορέσουν ποτέ – ή με αυτοκίνητα των 200.000 ευρώ, που καίνε δύο εμιράτα βενζίνη το χιλιόμετρο και για να βρεις να παρκάρεις πρέπει να’ χεις βύσμα στο δήμο και να βάλεις να σου γκρεμίσουν μισό οικοδομικό τετράγωνο. Και φυσικά να μην ξεχνάμε τους γκατζετάκηδες, που ξεροσταλιάζουν μπρος την ψηφιακή ταμπλέτα όπως ο χαπάκιας μπρος την ταμπλέτα του Stedon, άλλο που μπορεί να τη χρησιμοποιούν μόνο για να παίζουν Angry Birds ή για να βλέπουν τσόντες (που θέλει και προσοχή, διότι αν πάνω στην κόρωσή σου τ’ αμολήσεις στην οθόνη και βραχυκυκλώσει, άντε μετά να εξηγείς στο κομπιουτεράδικο πώς, εκεί που καθόσουν αμέριμνος στο μετρό, ένας επιδειξίας ήρθε και σου γονιμοποίησε τα θυμωμένα πουλιά).

Εγώ, ωστόσο, ως άνθρωπος αθεράπευτα κοιλιόδουλος και πρόθυμο θύμα κάθε πρωτόγνωρου εδώδιμου που δεν έχει διαβεί τον καταπιώνα μου, παθαίνω αυτόν ακριβώς τον ντουβρουτζά όταν βρίσκομαι σε μεγάλο σούπερ μάρκετ: θολώνει το μάτι μου, μπανίζω τα τυριά και τ’ αλλαντικά σαν καψωμένος κωλομπαράς, τα θέλω όλα, πασχίζω να εκλογικεύσω – Μα είναι υπερτιμημένα! Τρισίμισι ευρώ τα γκουρμέ πατατάκια, μη χέσω; – κι αποτυγχάνω παταγωδώς, και τελικώς καταλήγω στο ταμείο με 180 σφύξεις, αφενός διότι κοιτάζω τα καλούδια και φχεραίνω (που λένε και στην Κρήτη), κι αφετέρου διότι δεν ξέρω αν θα μου φτάσει το κατοστάρικο ή αν η κάρτα είναι τιγκαρισμένη και πρέπει μετά να εγκαταλείψω τα μονάκριβα φαγώσιμα στα ράφια τους, που η ιδέα και μόνο μου προκαλεί σπαραγμό αντίστοιχο με των ηρωίδων στην Εκλογή της Σόφι και στο Ποτέ χωρίς την κόρη μου.

Όμως ας ξετυλίξουμε τον μίτο αυτού του παθολογικού υπερκαταναλωτισμού, που ξεκινά, όπως όλες οι πετριές, στα παιδικά χρόνια του γράφοντος…
Κατ’ αρχάς να πω ότι η Θεσσαλονίκη των αρχών του ’80 έμοιαζε πολύ περισσότερο με την Ελλάδα του ’50 απ’ ό,τι με τη σημερινή. Η πολυκατοικία μας ήταν απ’ τις πρώτες στη Θεμιστοκλή Σοφούλη, απ’ το μπαλκόνι μας ατενίζαμε το Θερμαϊκό και τον Όλυμπο, και σ’ ό,τι αφορά τα ψώνια, οι απλοί (και οι περίπλοκοι) άνθρωποι της συμπρωτεύουσας βολεύονταν με παραδοσιακά μπακάλικα, με τετράδιο για το βερεσέ και ζυγαριές παλαιού τύπου, με απόκλιση βάρους 5-6 κιλά.

Στη γειτονιά μας είχαμε δύο μπακάληδες, ή μάλλον έναν μπακάλη κι ένα μεγαλομπακάλη, αλλά η μαμά μου προτιμούσε τον regular μπακάλη διότι ο άλλος σου χτυπούσε στην προπολεμική μηχανή προϊόντα που δεν είχες αγοράσει, σ’ έκλεβε στο ζύγι και στα ρέστα, και γενικώς μόνο που δε σ’ τον σφύριζε ο παλιάνθρωπος.

Τότε βεβαίως ήμουν κι εγώ μια σταλιά παιδάκι, μα από δαιμονική συγκυρία της τύχης, το πρώτο σούπερ μάρκετ της Σαλονίκης άνοιξε ακριβώς την περίοδο της πρώτης βουβαλοποίησής μου, όταν πλέον ο πατέρας μου, βλέποντάς με να αλέθω και βότσαλο έτσι και μου το πασπάλιζες με ζάχαρη άχνη, έλεγε το κλασικό – μα στην περίπτωσή μου απόλυτα κυριολεκτικό – «Καλύτερα να σε ντύνω, παρά να σε ταΐζω.»

Το εν λόγω σούπερ μάρκετ ήταν το Πριζουνίκ Μαρινόπουλος, στο δρόμο για το αεροδρόμιο, κι ενώ σήμερα που το θυμάμαι μου φαίνεται ελάχιστα μεγαλύτερο απ’ το καθιστικό μου, στα αθώα, λιμάρικα παιδικά μου μάτια, φάνταζε Γη της Επαγγελίας, όπου οι γονείς μου με καθίζαν στο καρότσι (με το ζόρι, και με μεγάλη δυσκολία, γιατί ήδη χρειαζόμουν καρότσι σαν αυτές τις παλέτες του ΙΚΕΑ), διότι απ’ την πολλή μου αναστάτωση είτε έτρεχα σαν το διάολο και χανόμουνα και δεν έβλεπα τη μαμά μου και τον μπαμπά μου κι άρχιζα να σκούζω, ή, ξαναμμένο απ’ την πληθώρα φανταχτερών, παχυντικών εμπορευμάτων, τα άνοιγα και τα’ σκιζα επί τόπου, κρύβοντας το περιτύλιγμα πίσω-πίσω στο ράφι, αν και βεβαίως όταν βλέπαν τα μούτρα μου πασαλειμμένα με μαρμελάδες και τα χέρια μου καφέ απ’ τη Nutella ήταν αδύνατον να κρύψω το έγκλημά μου. Αυτό το κουσούρι μάλιστα έκανε δυο-τρία χρόνια να μου περάσει, με το ταπεινωτικό αποτέλεσμα οι γονείς μου να δίνουν στην ταμία άδεια σακουλάκια από κρουασάν ή γαριδάκια, μισοφαγωμένες συσκευασίες με λουκάνικα Φρανκφούρτης ή La vache qui rit, ή δυο και τρία στραγγιγμένα μπουκάλια γάλα με κακάο, ενώ εγώ απ’ το καρότσι μούγκριζα να μου δώσουν πίσω τα φαγιά μου, ότι δεν είχα τελειώσει, ή ότι δεν ήθελα άλλα λουκάνικα, οπότε να πληρώσουν μόνο τα φαγωμένα. (Στην πιο hardcore απ’ αυτές τις επιδρομές, με είχαν βρει να κοπανάω ένα κουτί με ζαχαρούχο γάλα στη γωνία του ραφιού, κλαίγοντας με αναφιλητά που δεν άνοιγε να το ρουφήξω).

more: http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.dolce&id=8691

Advertisements
 

Tags: , ,

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

 
%d bloggers like this: