RSS

Το σινεμαδάκι το ξεσκέπαστο

30 Aug

protagon.gr | του Αυγούστου Κορτώ

Ίσως φταίει ότι γεννήθηκα μια χιονισμένη νύχτα του Γενάρη, Αιγοκεράκι 4,5 κιλά – η επιστημονική ονομασία είναι δαμάλι (όταν η μάνα μου μ’ έβγαζε εξήμισι μηνών με το καρότσι, οι κυρίες με βλέπαν κι έλεγαν: «Καλέ, τριώ χρονώ παιδί κι ακόμα να περπατήσει;») Ίσως φταίει ότι, εξαιτίας κάποιου τρισκατάρατου γονιδίου, με το που πιάνουν οι πρώτες ζέστες αρχίζω να ιδρωκοπάω σαν τη γαϊδούρα στη γέννα. Ίσως πάλι να’ ναι το πάντοτε ακανθώδες θέμα της αναίτιας κι εξοργιστικής επίδειξης κοιλιακών, γλουτιαίων, δικεφάλων και ενδομητρίων που κυριέυει τους καλλίγραμμους ανθρώπους με το θέρος, κάνοντας εμάς τους κάπως αγύμναστους να νιώθουμε σαν ξεβρασμένες όρκες. (Και δεν είναι να πεις ότι δεν το προσπάθησα. Τρεις φορές έχω γραφτεί σε γυμναστήριο, και τις τρεις το παράτησα στον πρώτο μήνα, αφού κάθε πρωί πάσχιζα να βρω δικαιολογία για να κάνω κοπάνα – λ.χ. πρέπει να πάω στο Βασιλόπουλο στο Φάρο για να πάρω στίλτον / το ωροσκόπιό μου συνιστά ξεκούραση / με πονάν οι ωοθήκες μου, κ.α.) Τέλος, μπορεί να φταίει απλώς ότι τρώγομαι με τα ρούχα μου (κι ας είναι χαχόλικα), ή, όπως το θέτει ο σοφός λαός, «Ο κόσμος είναι απλόχωρος, και ο Κορτώ στενόχωρος.»
Ωστόσο, στο παρόν παραλήρημα σκοπεύω να μιλήσω με λόγια γλυκά σαν κουρκουμπίνια γι’ αυτό το υπέροχο πράγμα που λέγεται θερινό σινεμά, που η αναφορά του και μόνο ξυπνά στους ανθρώπους αισθήματα νοσταλγίας (και στα κουνούπια αισθήματα σηκωμάρας).
Διότι ποιος (εξόν από τους βόρειους λαούς, που άμα φκιάνανε θερινά σινεμά εκεί θα τους βρίσκανε οι παλαιοντόγοι του μέλλοντος, κάγκελο μες στον πάγο και με τη μηχανή να παίζει λούπα τη Σιωπή του Μπέργκμαν – εκεί να δεις απορία οι παλαιοντολόγοι) δεν έχει τρυφερές, ευφορικές αναμνήσεις καλοκαιριών σε χωριά, νησιά, κάμπους και κορφοβούνια, όπου, μόλις έπεφτε το βραδάκι και τα τριζόνια πιάναν το μονότονο τραγούδι τους, ο κόσμος μαζευόταν για ν’ απολαύσει, με σπόρια, στραγάλια, σταφίδες, χαρούπια και κόλλυβο, τη μαγεία της έβδομης τέχνης;

Θυμάμαι, παιδάκι στο Πολύχρονο, να βλέπω τον Ιντιάνα Τζόουνς, τον Σβαρτζενέγκερ με τον ΝτεΒίτο στους Δίδυμους, τη θεά Μπέτι Μίντλερ στο Big Business, την απείρως καυλιάρα Καθλίν Τέρνερ στον Πόλεμο των Ρόουζ (ιδανική ταινία για παιδάκια που οι γονείς τους ανταλλάσσουν πυρά – όχι πάντα μεταφορικά – κάθε μέρα), τον Ρότζερ Ράμπιτ, τον Εξολοθρευτή και τα άπαντα του Στάθη Ψάλτη, υπό τον έναστρο ουρανό της Κασσάνδρας.
Μολαταύτα, ως άνθρωπος εκ φύσεως γκρινιάρης και παράξενος, θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας μερικές όχι και τόσο ειδυλλιακές εμπειρίες θερινής σινεφιλίας, οι οποίες, σε συνδυασμό με το μίσος μου για το καλοκαίρι και το θαύμα που λέγεται γρήγορο ίντερνετ, έχουν συντελέσει στην πολυετή αποχή μου απ’ αυτές τις τόσο θελκτικές νησίδες πολιτισμού και ανοχής (και αναφέρομαι στο τσιγάρο, που μόνο σε υπαίθριο σινεμά μπορείς ν’ απολαύσεις). Για λόγους ευπρέπειας και αποφυγή μηνύσεων, δε θα χρησιμοποιήσω τα πραγματικά ονόματα των κινηματογράφων. Ιδού εγώ, λοιπόν.

Σινέ «Ελονοσία» Ιούλιος στη Σαλονίκη. Θερινό σινεμά στην παραλία της Νέας Κρήνης. Νοτιάς, και το σκατό του Θερμαϊκού να εξαερούται, και κάθε τόσο ν’ αναρωτιέσαι ‘Ποιος πούστης την αμόλησε πάλι;’ Η ταινία, το Crash του Κρόνενμπεργκ – ομολογουμένως, όχι ό,τι πιο αλαφρύ για καλοκαιρινή έξοδο, μα τότε ακόμα ήμουν σινεφίλ της βαριάς κουλτούρας, και πίστευα ότι αν δεν υποφέρω σαν τον Κύριο στο σταυρό (βλ. πρώιμο Φασμπίντερ, Αντονιόνι, Ρομέρ κ.α.) ήμουν ένα ακαλλιέργητο μηδενικό. Βρήκα το Crash εξαιρετικό – αλλά για πρώτη φορά το είδα μετά από χρόνια, σε DVD, διότι το μοιραίο εκείνο βράδυ, με το που χαμηλώσανε τα φώτα κι άρχισε η ταινία, ένα σμήνος κουνούπια σαν πληγή του Φαραώ (από καθαρή κωλοφαρδία δεν πέθαναν κι όλοι οι πρωτότοκοι γιοι στην Καλαμαριά) κατέπεσε πάνω μας με λύσσα, και ιδίως σε μένα που, με τις τροφαντές μου γάμπες και το αίμα μου γλυκό σαν σιρόπι τριαντάφυλλο απ’ τα μαλεμπιά του Χατζή που κατέβαζα δέκα-δέκα, πρέπει να φάνταζα στα λαιμαργα μάτια τους σαν το σπίτι της μάγισσας στο Χάνσελ και Γκρέτελ. Η μόνη μου ευχή είναι πολλά από δαύτα να πέθαναν επί τόπου από υπεργλυκαιμικό κώμα, διότι με ξεσκίσανε τα πούστικα. Όταν γύρισα σπίτι, η μάνα με ρώτησε: «Πώς ήταν η ταινία;», έπειτα μου είπε: «Σαν πιο παχύ σε βλέπω απόψε,» και τέλος, διακρίνοντας ότι η κορμάρα μου η πολύτιμη είχε σπυριά ίσαμε δέκα βλογιοκομμένων, έβαλε κραυγή κι έτρεξε να φέρει αμμωνία, αντιϊσταμινικά, κορτιζονούχες αλοιφές, και τις ευχές του Αγίου Κυπριανού. Μέχρι και σήμερα, όποτε βλέπω τη Ροζάν Αρκέτ ή τον Ελίας Κοτέας, με πιάνει αυτομάτως φαγούρα.

Σινέ «Γιατί καλέ γειτόνισσα;» Επειδή τότενες δεν είχαμε ίντερνετ και γουϊκιπίντιες, μες στο κατακαλόκαιρο με την κολλητή, αντί να πάμε για κανά κοκτέιλ (ή δέκα) να ξαλλεγράρουμε, αποφασίζουμε να δούμε το Τζουντ ο Αφανής – που αν ξέραμε το στόρι, ακόμα θα τρέχαμε. Ο δε σινεμάς ήταν εξίσου ψυχοπλακωτικός με το ‘έργο’ (όπως λέγονται οι σοβαρές ταινίες): ένας μακρόστενος ακάλυπτος ανάμεσα σε τρεις εξαώροφες πολυκατοικίες, με οθόνη μεγέθους μονού κατωσέντονου – σα να βρίσκεσαι σε μπετονιέρα, και με καθίσματα αντιστοίχως εχθρικά προς τα εύσαρκα μεριά. Καθόμαστε λοιπόν να το δούμε το στενάχωρο, όταν ξαφνικά κάτι αρχίζει να μας αποσπά την προσοχή απ’ τον Τζουντ και την αφάνειά του: ένα σμάρι γάτες, οι οποίες, έχοντας στη διάθεσή τους δέντρα, μπαλκόνια, καρέκλες, τοίχους και δε συμμαζεύεται, το’ χαν κάνει παιδική χαρά το θερινό σινεμά, έτσι που πάνω που’ βλεπες τη λυπημένη μούρη του Κρίστοφερ Έκλεστον (που στα Ποντιακά είναι ο αόριστος του ‘κλάνω’), ξάφνου την 63 νούμερο μυτόγκα του σκέπαζε η σκιά γατιού που’ χε κάνει σάλτο μορτάλε απ’ την ταράτσα, καθ’ όσον φαίνεται είχε πάρει χαμπάρι τη μαυροψυχιά της ταινίας, και λέγοντας από μέσα του ‘Γλυκιά η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα’, έπεφτε στο κενό. Το δε φιλοθέαμον κοινό, ένεκα που η ταινία ήταν πιο μαύρη και βαρετή κι απ’ την ντουλάπα του Ζορρό, είχε αρχίσει να κάνει χάζι τα αιλουροειδή. Και ξάφνου, πάνω που αναρωτιόμουν πώς δεν παραφρονούν οι πέριξ ένοικοι με τον καθημερινό σαματά του σινεμά, εξέρχεται στο μπαλκόνι του πέμπτου κυρία με ρομπάκι και μπικουτιά, και σκύβοντας ουρλιάζει: «Μωρή πουτάνα; Πόσες φορές σου’ χω πει να μην τα ταΐζεις τα κωλόγατα; Μέχρι στο κρεβάτι μου τα βρίσκω!» Οπότε βγαίνει και η γειτόνισσα του τέταρτου, στιβαρή και με δυο γατιά στην αγκαλιά, κι αντιγκαρίζει: «Δε λες κι ευχαριστώ που βρίσκεις κάτι στο κρεβάτι σου; Λάμια, ε λάμια;» «Μωρή θα σ’ τα φολιάσω τα βρωμόγατα, και σένα μαζί!» «Οι γάτες σε πείραξαν! Δεν κοιτάς τα χαΐρια του άντρα σου, που ξέρει όλο το πολεμικό ναυτικό με τα μικρά τους;» Η μαγευτική αυτή στιχομυθία συνεχίστηκε σχεδόν μέχρι το τέλος της ταινίας, επιβεβαιώνοντας την άποψή μου ότι, σε πολλές περιπτώσεις, η ζωή υπερτερεί σαφώς της τέχνης.

Σινέ «Εγώ τον Νίο τον έχω χεσμένο»  Επειδής, όπως και σε πολύ κόσμο, το πρώτο Matrix με είχε υπεραρέσει, όταν βγήκε το σίκουελ το καλοκαίρι του δε-θυμάμαι-πότε (δείξτε επιείκεια – εδώ κάθε πρωί μου παίρνει δυο-τρία λεπτά να συνειδητοποιήσω την ώρα, τη μέρα, και το μήνα), έσπευσα σε θερινό σινεμά της πρωτεύουσας να το δω. Ωστόσο, από το πρώτο κιόλας μισάωρο, ήταν προφανές πως η ταινία ήταν αρπαχτή του κερατά και φέσι επικών διαστάσεων, κι ότι η Μόνικα Μπελούτσι έπαιζε ως γκεστ σταρ των βυζοπύραυλών της…

more: http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.dolce&id=7700

Advertisements
 

Tags: , ,

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

 
%d bloggers like this: