RSS

Κολασμένη μπαβαρουάζ

03 Aug
Κατ’ αρχάς, για όσους δε με γνωρίζετε, επιτρέψτε μου να σας συστηθώ: Με λένε Αύγουστο και είμαι γλυκατζής.
Ήμουν το νήπιο που έτρωγε το αυγουλάκι του κι έπινε την πορτοκαλάδα του μόνο και μόνο για την επιβράβευση της κρέμας σοκολάτας από άνθος αραβοσίτου. Το παιδάκι που, τα καλοκαίρια στην παραλία, αντί να κυνηγάει το τόπι του, το σκυλάκι του, το φρίζμπι ή ό,τι άλλο, κυνηγούσε τον λουκουματζή με τους λαδερούς, κοκκαλωμένους απ’ τον ήλιο λουκουμάδες του. Το μπουλουκάκι που περίμενε πώς και πώς την Πρωτοχρονιάτικη βασιλόπιτα όχι για να κερδίσει το φλουρί, μα για να σκίσει τα ξεκοιλιασμένα, παραμελημένα κομμάτια των χαμένων. Τη μία φορά που ο θείος μου με πήγε να δω τον Ηρακλή στο Καυταντζόγλειο, πέρασα και τις δύο ώρες αγνοώντας επιδεικτικά το ματς και τους αλαλαγμούς του Εθνικάρα, καθ’ όσον η καρδιά μου ήταν δοσμένη στο μελαμψό σκέλεθρο που αλώνιζε τις κερκίδες μ’ ένα ταβλά φίσκα στο κορνέ, το ροξ και το σάμαλι. Κι όταν με  πήγαιναν να δω τη θειά μου στη Βέροια, το βασικό μου κίνητρο ήταν α) τα ανώμαλα που έφκιανε η εν λόγω θειά μα που δεν τα πλησίαζε μην της κάνουν τη μασέλα καλοκαιρινή, και β) το ραβανί του Χοχλιούρου, που ασφαλώς και δεν περίμενα να γυρίσουμε σπίτι για να του κάνω γιουρούσι, με αποτέλεσμα, φτάνοντας στη Σαλονίκη, το αμάξι να θέλει πλύσιμο (αν όχι ευχέλαιο) και το μαλλί μου να’ χει γίνει μοϊκάνα απ’ τα σορόπια.Ναι, το ομολογώ, είμαι άρρωστος, ανίατος γλυκατζής. Την επάρατη χρονιά των Πανελλαδικών, στη διάρκεια της οποίας έβαλα τριάντα κιλά – σα γκαστρωμένη με τρίδυμα, που παρά τρίχα τη γλύτωσα την προεκλαμψία – για καλή (ή ολέθρια) τύχη μου είχαν βγει κάτι κρουασάν του εμπορίου με σοκολάτα μέσα-όξω, τα οποία δεν έτρωγα ούτε δυο-δυο ούτε πέντε-πέντε, αλλά κούτα-κούτα (των δώδεκα), χονδρική απ’ το Makro. Τέλος, όταν πλέον το χόνδρος μου είχε φτάσει σε τέτοια ιλιγγιώδη ύψη που δικαιούμουν προσωπικό ταχυδρομικό κώδικα, το ζαχαροπλαστείο του Χατζή (ό,τι κοντινότερο σε επίγειο παράδεισο) άνοιξε δεύτερο μαγαζί ακριβώς απέναντι απ’ το πατρικό μου, και δη μαγαζί που ξενυχτούσε, οπότε, άπαξ και συνερχόμουν κάπως απ’ τα δίπιτα και τις μπίρες και μπορούσα να κουνηθώ (συρθώ), κατέβαινα με το παλτό, την πυτζάμα και την παντόφλα, αγόραζα μια τετράδα χανούμ μπουρέκ και δέκα τετραγωνικά καϊμάκι βουβαλίσιο (αν και στην προκειμένη περίπτωση ήταν λίγο σαν κανιβαλισμός), και κατά τις 4 τα χαράματα κατέληγα ημιθανής στον καναπέ, να βλέπω τη Μοιραράκη και να φαντάζομαι τα χαλιά της σοροπιαστά σαν γιγάντια βεζύρ παρμάκ με γέμιση φυστίκι Αιγίνης (ή, όπως το λέμε σα πάν’, σάν φυστικ).

more: http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.dolce&id=8122

Advertisements
 

Tags: , ,

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

 
%d bloggers like this: